Wednesday, October 29, 2008

The answer is "yes" or "no", depending on the interpretation*

Το μεγάλο ΟΧΙ με βρήκε συνοδηγό, μετά από πολύ καιρό. Βυθίστηκα αναπαυτικά στο κάθισμα και βάλθηκα να κοιτάζω το τοπίο τριγύρω να τρέχει. Αντιλήφθηκα πόσο κουρασμένο είναι το βλέμμα από τα φώτα πορείας, πόσο αυτοματοποιημένος είναι ο εγκέφαλος, πως τα αντανακλαστικά έψαχναν το λεβιέ να κατεβάσουν ταχύτητα. Ανακάθισα. Πώς χαλαρώνει η τσίτα; Ρώτησα τη πιο γλυκιά φωνή του κόσμου. “Το ζώο ;” αναρωτήθηκε εκείνη. Κοιταχτήκαμε… και ξαναγυρίσαμε στη δουλειά μας, εγώ να χαλαρώνω και η φωνή να οδηγει.
Έτσι όπως το τοπίο έφευγε μπροστά στα μάτια μου, μου ήρθε η εικόνα ενός κοριτσιού που ο έρωτας το είχε κάνει τσιγγανάκι, τελευταία φορά το είχα δει στο δρόμο του Αλ Χαδεφ, στην εβραική συνοικία, κοντά στην Πλατεία των εβραίων μαρτύρων.Ειχε στρώσει τα πανιά της και ταίζε το αγόρι της σάντουιτς με ψάρι ενώ το αγόρι έκοβε ένα πράσινο μήλο σε ολόισια κομμάτια και το έδινε στο κορίτσι να καθαρίσει το στόμα του από την ψαρίλα. Τους παρατηρούσα σαν να έβλεπα ταινία, το κορίτσι φωτεινό και χαρούμενο, το αγόρι είχε γκρίζα μαλλιά – καλπάζουσα γήρανση;- και έπαιρνε το κορίτσι αγκαλιά,ο δρόμος είχε αδειάσει από τη πολλή κίνηση, οι μουριές τους έκρυβαν από τον ήλιο, δύο ερωτευμένοι μεταξοσκώληκες λίγο πριν τυλιχτούν στο κουκούλι του χρόνου. Ήταν τότε που το κορίτσι τσιγγανάκι στάθηκε στα μάτια μου μπροστά, κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό μου και είδα μέσα στο ζωηρό καστανό μικρές πράσινες γραμμές ελευθερίας να διαλαλούν την κάψα της και τότε κατάλαβα ότι το ερωτευμένο κορίτσι με το αγόρι που έπασχε από καλπάζουσα γήρανση ήταν πρώτα ελεύθερο και μετά όλα τα άλλα.
Τινάχτηκα στην ανάμνηση σαν χτυπημένο κοτσυφάκι. Η πιο γλυκιά φωνή δίπλα μου μου ζητούσε ψιλά για τα διόδια. Αποχαιρέτησα το τσιγγανάκι με τα πανιά του με θλίψη μεγάλη σαν να με είχε κατοικήσει η βεβαιότητα ότι το κουκούλι που τυλίχτηκαν οι εραστές άλλαξε πάλι τα πάντα και μόνο η Αλ Χαδέφ παραμένει η ίδια να θυμίζει το γεγονός.
Το αυτοκίνητο ξεχύθηκε στην Αττική οδό σαν ψεύτικο, δεν μιλούσε κανείς, το ραδιόφωνο έπαιζε σε ένταση αδιάφορη, κοιτούσα τα τείχη από μπετόν που εκλειναν τον αυτοκινητόδρομο, δίπλα μου τα αυτοκίνητα κουβαλούσαν ζωές λογιών λογιών, γενιές λογιών λογιών, όλοι στους δρομους, να πούνε το μεγάλο ΟΧΙ. Καρφώσα το βλέμμα στον ουρανό, με μια μικρή ελπίδα ότι εκείνα τα μικρά ΟΧΙ που περίμεναν στη σειρά τους να ειπωθούν, θα εμφανίζονταν εκείνη τη στιγμή μπροστά μας για να ειπωθούν από μόνα τους, και έτσι όλοι εμείς οι διερχόμενοι της Αττικής Οδού θα γινόμασταν πεφωτισμένοι μάρτυρες του σύγχρονου θαύματος, κοινωνοί της επουράνιας βοήθειας, ελεύθεροι πια από τη καταναγκαστική κατάφαση όλων των άλλων ημερών. Μέχρι που ανέβηκα τα σκαλιά του προορισμού τίποτα τέτοιο δεν είχε συμβεί, αλλά ήμουν τυχερή γιατί αποζημιώθηκα με μια γενναία μυρωδιά πεύκου, καθαρού αέρα και τεράστιες πρέζες ανοιχτού μεσημεριανού ορίζοντα με σπιτικό κρασί και καλή παρέα.

*Albert Einstein

Tuesday, October 28, 2008

GESTALT

Τώρα βραδιάζει πιο νωρίς, το ίδιο νωρίς που ξημερώνει.Με ξύπνησε το φως που έμπαινε από τις γρύλιες,είχα σουρτουκιάσει πάλι σε όλες τις ηπείρους, σηκώθηκα εξαιρετικά κουρασμένη. Όλα καλά; με ρώτησε στοργικά η φωνή δίπλα μου. “Όλα jet lang ” σκέφθηκα αλλά δεν ήθελα να ανησυχησω τη πιο γλυκιά φωνή του κόσμου. Κατι μου έλειπε, το διαπίστωσα στη τουαλέτα. Η ουρά του ζωντανού δεν έκοβε τον αέρα δίπλα μου σαν φτερωτό χασαπομάχαιρο. Μου πιάστηκε η καρδιά… έτρεξα να το συναντήσω, κυριολεκτικά. Κατέβηκα φουριόζα στον κεντρικό δρόμο, και ευχήθηκα λίγη καλή τύχη, τόση όση χρειάζομαι για να φτάσω γρήγορα στο ζωντανό. Έπιασε η ευχή μου. Όταν έφτασα πρώτα άκουσα τη χαρά του και μετά την είδα. Όσο ξεκλείδωνα την πόρτα το άκουγα να γυρνάει γύρω από τον εαυτό του, τα νύχια να γδέρνουν το ξύλο στο πάτωμα, τα πέλματα πώς βεντούζωναν για να σηκωθεί το σώμα του, σωστός νουρέγιεφ με προυπάντησε με pas de deux και η καρδούλα μου έπαιζε μότζαρτ, εκείνο που είχε ακούσει από την βερολινέζικη συμφωνική ορχήστρα, μια παγωμένη Κυριακή στο Βερολίνο…
Τέτοια ήταν η χαρά μου που στον λόφο τους ξεσήκωσα όλους με τα καμώματά μου. Η παρέα η κλασική, το πρωινό καφενείο με περίμενε στο ξέφωτο,ο ήλιος ψευτοανέβαινε τον Λυκαβηττό, “θέλει και αυτός το τσεκάπ του” πέταξα δήθεν αδιάφορη, το δυτικό κομμάτι της πόλης έβηχε ήδη από το πολύ νέφος, η θάλασσα στη θέση της, το ίδιο και ο ιερός λόφος, τον κοιτάζω με μια σιγουριά λες και ο Παρθενώνας δεν ειναι έργο θνητού, θνητό και αυτό…
Η κουβέντα σήμερα κοσμοπολίτικη. Η Ο είχε μιλήσει με την αδερφή της. Που μένει; τη ρωτάω. Δεν ξέρεις μου λέει. Επέμενα. Μου είπε. Δεν ήξερα. Λουνγκοφσκαγε. Λούνγκο για τον εσπρέσσο φσκα για το βλάχικο χρηματιστήριο γε για το βιετνάμ που δεν έζησα. Μου πήρε 5 λεπτά η συστηματοποίηση – ορθοφωνία. Τι έχει εκεί ; Τον ποταμό Όμπι, είναι μεγάλος, διαπερνά τη Σιβηρία. Εχει, λίγο πιο πέρα ένα παλιό χωριό, εκεί μένουν οι άνδρες κυνηγοί, σχεδόν όλο τον χρόνο, τους διώχνουν μόνο οι σκνίπες το καλοκαίρι.
Η Ο μιλούσε για το μέρος που είχε μεγαλώσει, ήταν ήδη εκεί, την έβλεπα να γίνεται κοριτσάκι μπροστά στο πρωινό καφενείο και ένιωσα μια θέρμη για την πατρίδα της, για τα παιδικά της χρόνια, σαν να τα είχα ζήσει εγώ. Το ζωντανό άρχισε να φωνάζει το τρίχωμα του πλέον μου απαγορεύει κάθε μετάφραση βλέμματος. Μη φεύγεις μου λέει η Ο, δεν σου είπα το πιο αστείο. Οι γυναίκες το χωριό που πάνε οι κυνηγοί το λένε Μάτκα. Τι είναι αυτό ; Αυτό μου λεέι είναι πολλά πράγματα αλλά αυτές εννοούν τη μήτρα. Μάτκα στα ρώσικα είναι η μήτρα. Με κοίταξε με νόημα. Την κοίταξα και εγώ. Ιντερνάσιοναλ το θέμα δηλαδή, της κάνω συνωμοτικά. Ψέμματα; μου απαντάει και αυτή στο ίδιο ύφος.
Πήραμε να κατεβαίνουμε το λόφο, αφήσαμε τους υπόλοιπους στο πρωινό καφενείο να συνεχίζουν, δεν είχαν καταλάβει το υπονοούμενο. Το αφήσαμε να αιωρείται. Ο γηραιότερος, ο πιο ωραίος κύριος του λόφου μας ξεπροβόδισε επιμελημένα λέγοντας : "Εγώ κορίτσια κατάλαβα, αλλά πιστέψτε με, δεν έχει πλέον καμία σημασία …"
Ξεχυθήκαμε στο μονοπάτι με τα ζωντανά να τρέχουν, να μας έβλεπε κανείς έτσι αναψοκοκκινισμένες και ετοιμοπόλεμα πρόσχαρες θα νόμιζε ότι το μεσημέρι θα τρώγαμε λαγό !

Tuesday, October 21, 2008

A spy in the house of love

"There were always in me, two women at least,
one woman desperate and bewildered,
who felt she was drowning and another who
would leap into a scene, as upon a stage,
conceal her true emotions because they
were weaknesses, helplessness, despair,
and present to the world only a smile,
an eagerness, curiosity, enthusiasm, interest."

Anais Nin

Sunday, October 19, 2008

ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.


Από την ησυχία γιαούρτι τόσα βράδια πίσω ο χρόνος έχει κυλήσει σαν σταγόνα στο τζάμι μια βροχερή νύχτα σαν την χθεσινή.Γρή-γο-ρα.
Χθες το ζωντανό ήταν κατηγορηματικό, είχε καθήσει μπροστά στην πόρτα και δεν με άφηνε να φύγω. Καθισμένο στα πίσω του πόδια με την ουρά κάγκελο και το τρίχωμα στο μαλλί ολιγοντί ξυσμένο, όπως μόνο αυτό μπορεί να το κάνει μου έλεγε “είναι σάββατο, δεν πάμε στο γραφείο σήμερα τελεία και παύλα.” Μου πήρε ώρα να καταλάβω το νόημα, νούμερο 1.000.037 ούτε ο Πυθαγόρας δεν έχει δυσκολευτεί τόσο με έναν αριθμό είπα ξέπνοα, ενώ προσπαθούσα να τραβήξω την προσοχή του με ένα αδιάβροχο frisbie. Ούτε που μου έδωσε σημασία.
Με κοίταζε στα μάτια και μου έστελνε εικόνες από δένδρα ψηλά, πυκνά δάση, baby μανιτάρια καλά κρυμμένα, ανοιχτούς ορίζοντες που γίνονται ένα με τη θάλασσα, εικόνες μόνο εικόνες μου έστελνε το ζωντανό και εγώ λιγωνόμουνα, φουρτούκιαζα, και αισθάνθηκα ότι μετά από όλες αυτές τις ημέρες αποκλειστικής κτηματογράφησης ιδιοκτησιών έχω εντελώς αμελήσει να κτηματογραφήσω τη βαθύτερη επιθυμία μου κάθε μέρα που περνά.
Κοίταξα το ζωντανό με άλλο βλέμμα. Ανακάθησε και αυτό και άλλαξε πλευρά στην ουρά. Κάθησα και εγώ ωκλαδόν και άνοιξα την αγκαλιά μου, χωρίς καμία εντολή ήρθε κοντά μου. Έβαλε τα μπροστινά του πόδια μέσα στο ωκλαδόν και τα πίσω τα άφησε απέξω, καταπληκτική πόζα και το ήξερε. Με κοίταξε πάλι στα μάτια : “Ξέρω ακόμα ότι τελικά στο γραφείο θα με πάς και σήμερα, αλλά τουλάχιστον θα έχουμε κάνει το κέφι μας μέχρι να φτάσουμε, όχι;” Νούμερο 1.000.039, στα βαθιά νοήματα το ζωντανό επιστρατεύει τους διδύμους πρώτους. Πρέπει να φωτίστηκε όλο μου το πρόσωπο με την εύλογη απορία!!! Λες;;;;
Αργότερα, το βράδυ μάθαινα ότι ο Αλβέρτος Αινστάιν πάτησε το πόδι του στο Elis Island στις 16 Οκτωβρίου 1933, καλεσμένος από το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, η φωνή ήταν πολύ καθαρή, η κάθε πληροφορία ακούγονταν στέρεο στο δωμάτιο, το ζωντανό, ξαπλωμένο δίπλα μου έδειχνε να μην συγκινείται καθόλου. Τον χάιδεψα απαλά στο κεφάλι, σχεδόν καθησυχαστικά.Σήκωσε το βλέμμα του “Για να με φωνάζεις Αλβέρτο, πρέπει να μάθεις καλά τη προπαίδεια, τελευταία όλο λάθη κάνεις…”. Του ζούληξα τα αυτιά απαλά… και βάλθηκα να πολλαπλασιάζω τη λατρεία μου.

Sunday, October 12, 2008

Warning Shots


Τέτοιες ρίχναμε χθες όλοι μαζί, περίπου 5.000 ήμασταν, στο ρυθμό που μας έδιναν αυτοι οι φοβεροί τύποι εκεί πάνω, στον Βράχο.
Η εικόνα μεταδιδόταν ζωντανά από το φεγγάρι σε όλο τον κόσμο, τι σόι δορυφόρος είναι αυτός ο πλανήτης άλλωστε, αν δεν είναι να μεταδίδει το κοσμοιστορικό; Και δεν είναι κοσμοιστορικό να περνάνε καλά 5.000 άνθρωποι ταυτόχρονα;;;
Στο τέλος καθήσαμε στο πεζούλι μέχρι να ζαλιστούμε από την κοσμοσυρροή και μετά ..μετά κόψαμε δρόμο από ένα μονοπάτι, τόσο κατηφορικό που στο τέλος κάναμε τσουλήθρα από το πάνω πάρκινγκ στο κάτω, ενώ ο κόσμος είχε πλέον στοιχιθεί σε σειρές, και κατέβαινε τον δρόμο του θεάτρου…. κανονικά .

Μετά στην κίνηση κόψαμε πάλι από τα στενά του Βύρωνα, και ήρθε η σκοτεινή εμπεδοκλέους να μας σώσει από τη κίνηση της συναυλίας, I am happy έλεγε η G. από το πίσω κάθισμα , happy shiny στο σκοτάδι σάββατο βράδυ, σάββατο βράδυ, σάββατο βράδυ.

Αργότερα, αρνούμενη να πάω στο νηπιαγωγείο, για να χορέψω με τα άλλα παιδάκια, κυλούσα στην πειραιώς, avatar ξανά (οι ανθρώπινοι μύες δεν είναι σχεδιασμένοι για επαναλαμβανόμενες μικρές κινήσεις, πρώτη,νεκρά,πρώτη). Ενώ αυτό οδηγούσε εγώ απολάμβανα το video game, στάση ομόνοια, άδεια, νωθρή, σαν σε πόλεμο η πόλη, χωρίς ανθρώπους τριγύρω, το πορτοφόλι μου έβγαλε τα τελευταία 4 ευρώ με δυσκολία, ο εφημεριδοπώλης με κοίταξε στραβά, “τέσσερα ευρώ σε δεκάλεπτα και εικοσάλεπτα είναι ένας καλός λόγος για καυγά;” είπα και εγώ με το δικό μου βλέμμα, “δεν γαμείς” μου απάντησε και αυτός με το δικό του, είδα το everest από μακριά και αποχαιρέτησα το hot dog που χάνω (καταραμενο πορτοφόλι), το avatar με περίμενε, μυρίστηκε ένα σκουπιδιάρικο που είχε κλείσει τη Μπενάκη, με πήγε βόλτα μέσα από τις βιτρίνες της Σταδίου, μετά επάνω στις σχολές Δοξιάδη και μετά κατάβαση το λόφο a la σουμάχερ . O αέρας περνούσε μέσα από τους δρόμους , υπόνοια φύσης , ίσα ίσα να ξυπνάει την ψυχή νυχτιάτικα… σάββατο βράδυ, σάββατο βράδυ, σάββατο βράδυ ….

Saturday, October 11, 2008

ftou ξελευθερια


Το ζωντανό μου έριξε ένα πολύ σοβαρό βλέμμα σήμερα. “Μα καλά είμαστε σοβαροί; τι είμαι αρκούδα και μου έχεις περάσει αυτό τον χαλκά; μήπως μου κρατάς και το διαβατήριο και δεν το έχω πάρει χαμπάρι;; μήπως είμαι φιλιπιννέζος; Το έχω πει πολλές φορές ότι το ζωντανό έχει πάντα δίκιο. Έτσι και σήμερα, είχε όλο το δίκιο με το μέρος του.
Ξαφνικά, σαν να με τίναξε μια δύναμη που μόνο εγώ την ένιωσα σηκώθηκα από τη θέση μου, το άρπαξα, πήγαμε μαζί μέχρι εκεί που άνοιγε ο δρόμος και εκεί το άφησα ελεύθερο. Γυρνώντας την πλάτη μου μόλις που πρόλαβα να δώ το πώς ξεχύθηκε στην ελευθερία και ας ήταν τα ανηφορικά σκαλιά του Στρέφη που έπρεπε να ανέβει.
Το μυαλό δούλευε σαν μούλτι κόφτης. Θρυμμάτισε όλες τις πιθανότητες καταστροφής, απώλειας σε δευτερόλεπτα δίχως ούτε ένα λεκέ, μια ένδειξη αυτής της επεξεργασίας.Κάθε βήμα και μια διαφορετική σκέψη. Σαν να το ήξερα, πριν να κάνω όλα αυτά είχα παραγγείλει ένα τζίν τόνικ. Το βρήκα στο τραπέζι να με περιμένει. Καλλιδρομίου, μεσημέρι σαββάτου, η λαική ανέβαζε στροφές, οι φωνές κορυφώνονταν, ο κόσμος βούιζε, τα καροτσάκια άστραφταν, ο ήλιος σε ράβδους, μέσα απο τις μουριές και τα σύννεφα. Η παρέα απασχολημένη στη συζήτηση, το τζίν τόνικ παγωνε τις φωνητικές χορδές , η υπόθεση σήκωνε τσιγάρο.
Επιασα τον εαυτό μου να τρώει τα νύχια του. Καλύτερα αυτά παρά τα μύχια του σκεφθηκα. “Σε βάζει ο διάολος ” μου έλεγε η μητέρα μου συχνά όταν ήμουν παιδί. ¨Ετσι και τώρα μεγάλη, “”με έβαλε ο διάολος σκεφτόμουν και έπινα γουλιές από το ποτό μου.
Και τότε ήρθε το κύμα και έπνιξε όλες τις σκέψεις, σκέπασε τις αντιφατικές φωνές, κυλίστηκε με άνεση πάνω στο αναπόφευκτο….
Το ζωντανό ήξερε το δρόμο, γύρισε σαν να μη συνέβει τίποτε, λιγώθηκα που το είδα να έρχεται με αυτοπεποίθηση στο τραπέζι, ήπιε το νεράκι του και κάθησε ήρεμο.
Το κοίταξα βαθιά στα μάτια. Με κοίταξε και αυτό. Νούμερο 425 : Θα κάνω και μεγαλύτερες βόλτες να ξέρεις, απλά δεν ήθελα να σε τρομάξω πρώτη φορά σήμερα… Του χω μια λατρεία… που μου τα λέει κοτσονάτα!

Thursday, October 9, 2008

Ο ΓΛΑΡΟΣ

Στο κύμα πάει να κοιμηθεί
δεν έχει τι να φοβηθεί
Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει
γλάρος είναι και πηγαίνει

Από πόλεμο δεν ξέρει
ούτε τι θα πει μαχαίρι
Ο Θεός του 'δωκε φύκια
και χρωματιστά χαλίκια

Αχ αλί κι αλίμονο μας
μες στον κόσμο το δικό μας
Δε μυρίζουνε τα φύκια
δε γυαλίζουν τα χαλίκια

Χίλιοι δυο παραφυλάνε
σε κοιτάν και δε μιλάνε
Είσαι σήμερα μονάρχης
κι ώσαμ' αύριο δεν υπάρχεις.

Ο.Ελύτης, Τα ρώ του έρωτα

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ annus versus


Ταξί με πλήρη στοιχεία. Διαδρομή πρωινή. Η Αψίδα Cinqutenaire, μεγαλοπρεπής, σημάδευε το πρωινό με το τόξο της. Βγαίνοντας από το τούνελ μπήκαμε στην καρδιά της Ευρώπης.Το όχημα καθρεφτίζεται στα τζάμια των κτιρίων της Ευρωπαικής Ένωσης. .Σαν μαγικό χαλί μας απιθώνει στη βόρεια είσοδο του σταθμού.Gare Centrale
Βήματα βιαστικά, το τρένο δεν θα περάσει από αυτό τον σταθμό. IC suprimme.
Gare du Nord madame. Spoor 3 τώρα ή το χάνουμε.
H γρηγοράδα μας ανταμείφθηκε.Καθίσματα με άπλετο χώρο.Οπωσδήποτε παράθυρο. Κάθομαι προς τη φόρα του τρένου. Διαπερνώ την αβάσταχτη ευθεία Βελγίου – Κάτω Χώρες.
Η Αμβέρσα φαντάζει ένα τσιγάρο δρόμος. Το τσιγάρο απαγορεύεται. Έχουμε δρόμο μπροστά μας.
“Ο θεός έφτιαξε τον κόσμο και οι Ολλανδοί την Ολλανδία”.
Περνάμε έξω από σπίτια με αυλές, μπαμπάδες φτιάχνουν τους κήπους, γρήγορα καρέ από ξανθά παιδάκια.
Rotterdam Central. Οι εργάτες δουλεύουν στις διπλανές γραμμές. Είναι μπόλικοι, οι περισσότεροι κάθονται, πίνουν καφέ. Καμιά διαφορά από τους δικούς μας. Μόνο που αυτοί φοράνε τον ήλιο που καίει τους δικούς μας σε τζάκετ. Ολοκίτρινα τζάκετ ασφαλείας τους προδίδουν απο μακριά.
Central Station.Ο τεράστιος σταθμός μας δέχεται στην κοιλιά του αδιάφορα. Είμαι χαρούμενη, ανυπομονώ να γίνω ακόμα ένα πρόσωπο στον καμβά αυτής της πόλης. Και τί δώρο με καλωσορίζει;;;; Μα, ο τέλειος καιρός.

Στρέφω το πρόσωπο μου στον αέρα. Κάνει κρύο αλλά είναι ευχάριστα.Είναι μεσημέρι και το φώς αρκετό. Είναι η κυριακάτικη διάθεση που τους κάνει τόσο ζωντανούς ή είναι πάντα έτσι;