Sunday, August 30, 2009

ΔΟΧΟΠΛΗΚΤΟΙ


Εκεί, στο δρόμο προς το βορρά, μέσα στην απόλυτη ησυχία στέκει μία πρεσβεία. Αν πλησιάσεις νύχτα χωρίς φεγγάρι, το σκοτάδι είναι τόσο βαθύ που τα αστέρια θαμπώνουν το θόλο,σαν να έχει  ρίξει κάποιος εκατομμύρια κεριά στον ουρανό. Έτσι φωτίζεται η πρεσβεία τις σκοτεινές αφέγγαρες νύχτες. Με πολυέλαιους αστεριών. 
Καμία ένδειξη δε μηνάει την ύπαρξή της,  παρεξόν στην είσοδο ο δακτύλιος ενός κίονα βαλμένος κάθετα στη γή  στέκει σαν ένα τεράστιο μαρμάρινο παξιμάδι.Όταν το πρωτοείδα μου φάνηκε σαν χωρατό του ιδιοκτήτη. "Ένα τεράστιο παξιμάδι,χωρίς βίδα".Σκέφθηκα τη δική μου και πως μου έχει στρίψει τελείως. Μήπως η πρόσκληση να επισκεφτώ αυτό το μέρος οφείλοταν κυρίως σε αυτό το γεγονός. 
"Μας πήραν χαμπάρι ..." είπα στο ζωντανό. "Να μιλάς για τον εαυτό σου " μου αποκρίθηκε με ένα τίκ που κάνει όταν ψιλοσπάζεται.
Ανίδεη σκεφτόμουν τέτοιες εξυπναδούλες και δεν πρόσεξα το στενό πέρασμα. Το αυτοκίνητο βόγγηξε "Η μούρη μου"! Είχα φάει τη μάσκα. Κατέβηκα την κατηφόρα με το αυτοκίνητο μου μουτρωμένο. Δεν ήμουν η μοναδική καλεσμένη. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα ακριβώς που πήγαινα.Είχα πολλά να μάθω ακόμα.
Η πρεσβεία του γέλιου.Πολλοί την επισκέφτηκαν.Λίγοι αντιλήφθηκαν πού βρίσκονταν πραγματικά.Οι τυχεροί μαζευόμασταν τα βράδια αργά, γύρω από δύο πτυσσόμενα ξύλινα τραπέζια.Θυμάμαι ακόμα το σύρσιμο της καρέκλας στη πλάκα. Μέσα στο δάσος. Μπροστά μας το ανοιχτό πέλαγος και η στεριά  στο βάθος  να δίνει ένα μπράτσο στο νερό, να ακουμπάει τον καϋμό του ανθρώπου.Το μπράτσο της Μεσάγγαλα. Σε εκείνο το μπράτσο άφηνα κι εγώ τον δικό μου κάθε χάραμα πριν βαρύνουν τα βλέφαρα.Από εκεί ξεκινούσα το ταξίδι  στο όνειρο ίδια με τα πλεούμενα που έβλεπα από ψηλά: ένα φωτάκι αχνό στην απεραντοσύνη του νερού. 

Γύρω από 2 τραπέζια σχεδόν κάθε βράδυ ο Πρέσβης Τ. έδινε το σύνθημα και βούρ.Μία δασκάλα,ένας σερβιτόρος-νομικός,ένας σερβιτόρος-οικονομικός σύμβουλος,μια δημοσιογράφος,ένας νταλικιέρης, ένας φωτογράφος,μια μεταπτυχιακή φοιτήτρια,ένας μάγειρας, ένας συνθέτης, όλοι μας άνθρωποι του Πρέσβη Τ. Σαν ινδιάνοι, ο καθένας μας από άλλη φυλή, ανάβαμε τα τσιγάρα μέσα στο σκοτάδι, γρήγορα θα γελούσαν μέχρι και οι κάφτρες μας. Το γέλιο, ασυγκράτητο, συνεχόμενο μας ζέσταινε σαν  φωτιά αναμμένη στη μέση. Και εμείς τριγύρω  να την ταίζουμε με ιστορίες, με ατάκες που έπεφταν σαν τη μπάλα του πινγκ πονγκ  και φυσικά με γέλια που σκάγαν ξαφνικά στις παύσεις: κάποιος θυμόταν μια ατάκα που μόλις είχε κάνει πόντους. Γέλιο και το σώμα χαλαρό μα και ευθυτενές.Σωστοί ινδιάνοι.
Οι τυχεροί κάψαμε πολλά κύτταρα εκείνα τα βράδια. Ελεύθεροι στο σκοτάδι ξεκαρδιζόμασταν και ενδιάμεσα παίρναμε βαθιές ανάσες, να χορτάσει το πνευμόνι οξυγόνο να δώσει και άλλη ένταση, να ζεσταθεί το πλέγμα και να τρομπάρει η καρδιά. 
Με τους τυχερούς η γνωριμία μου ήταν σύντομη με όλους. Ναι. Αλλά  ξέρω απ' εξω και ανακατωτά ολονών τα δόντια. Τα μπροστινά τουλάχιστον.Και λέω τούτο το χειμώνα να το κάνω σλόγκαν και σε άνθρωπο που δεν γνωρίζω καλά τα μπροστινά του δόντια, να μην ανοίξω τη ψυχή μου. 

Η οποία παρεπιμπτόντως  δεν έχει επιστρέψει. Παραμένει  εκεί στην Πρεσβεία του γέλιου και βλέπει τα φώτα της  Χαλκιδικής μακριάάάά στο βάθος του ορίζοντα να αναβοσβήνουν.Μου μηνάει ότι έπιασε κρύο τα βράδια και ότι απέναντι ο Δίας τις τελευταίες ημέρες προτιμά  τις αστραπομακαρονάδες.Και δεν γυρίζει μου λέει με τίποτα στην Αθήνα. 

Εγώ πάλι όταν έφυγα από την Πρεσβεία  του γέλιου ήταν πολύ αργά και εγώ ήμουν μόνη στον κόσμο και λίγο ζαλισμένη... 

 "άλλη φορά αυτά, πρέπει να με ταίσεις τώρα..." βλέμμα νο 2. Κουταβιού.  











* "Τί τρώει ο Δίας όταν βαριέται το νέκταρ και την αμβροσία; Αστραπομακαρονάδες".  τάδε έφη Β.Μ.Σ.Ψ.  

Thursday, August 27, 2009

Far from me


Εκεί στα βαθιά νερά που ήμουν ριγμένη, έχοντας χάσει το πάνω και το κάτω, είχα γίνει λέει γοργόνα και μόνη πάλευα με τη χοντρόγαμπη ουρά μου. 
Όταν τον είδα, τον κοίταξα σαν να το γνώριζα από παλιά αλλά είχα να τον δώ χρόνια πολλά. Μετά κατάλαβα πόσα. Από παιδί είχα να δώ ένα μικρό αστερία στο βυθό.Άρχισα λοιπόν να τον παρατηρώ, μέρα παρά μέρα  τα μάτια μου έλιωναν τον καιρό και εγώ γινόμουν πάλι παιδί μικρό. Ήμουν τυχερή σε τόσο βαθιά νερά ριγμένη να κάνω τέτοια γνωριμία. 
"Γνωριμία;Με ένα μικρό αστερία; Αυτή είναι η λέξη;"
Οι λέξεις είναι για να κρυβόμαστε ή να φανερωνόμαστε υποδυόμενοι όμως... Εγώ μιλάω για ένα μικρό αστερία που η όψη του μόνο έλιωσε τον καιρό και το χιόνι και ... πήρε μπροστά η χοντρόγαμπη  ουρά μου. Αν με δείς  στο πέλαγος από μακρυά μη με φωνάξεις. Σιμά δεν έρχομαι. Από μακριά  μόνο... Μια φορά ήμουν τυχερή  να πέσω στα βαθιά νερά και να γενώ γοργόνα έστω και με χοντρόγαμπη ουρά. 
"Έλιωσε ο καιρός και το χιόνι μα ο φόβος έχει πετρώσει.Πώς να λιώσει η πέτρα;"
Ο μικρός αστερίας μου θύμισε πώς : "Γέλα, γέλα με τη ψυχή σου..."
Είδα το κύμα με την άκρη του ματιού μου να σηκώνεται στο βάθος του ορίζοντα, άφριζε μανιασμένο και σαν μούτος ορθωνότανε όλο και περισσότερο μπροστά στο πρόσωπό μου. Ταράχτηκα, είχα ξεχάσει πώς ήμουν γοργόνα με χοντρόγαμπη ουρά,  το κύμα είναι θάνατος σκέφθηκα. Με έσωσε το ζωντανό. Είχε βγεί στο μπαλκόνι να μπινελικώσει την απέναντι που φώναζε... Άνοιξα τα μάτια  και το είδα να μπαίνει διστακτικά μέσα στο δωμάτιο. "Σε ξύπνησα ο μαλάκας..." Βλέμμα νούμερο 8, κουταβιού. Μου φάνηκε σαν να είδα τον ελέφαντα που με έπαιρνε μακριά από το τσουνάμι. Αγκάλιασα μέχρι και την ουρά του. Το μικρό αστερία που συνάντησα στο όνειρο τον κοιτάζω από μακριά.Σε κοιτώ από μακριά... 

Wednesday, August 26, 2009

αντέχω;


Θέλω να σε έχω 
και δεν σε έχω 
κι όταν σε έχω
να μη σε έχω; 
καθώς δεν έχω 
άλλη αντοχή.  

Wednesday, August 19, 2009

Leaving Las Vegas


Το ζωντανό χούφτωνε τον αέρα με τη μούρη του. Πατούσε γερά τα πίσω πόδια στο κάθισμα ενώ είχε καρφώσει τα μπροστινά του στο κατεβασμένο παράθυρο του αυτοκινήτου. Τα δέντρα τριγύρω έτρεχαν μαζί μας. Με σταθερή ταχύτητα ξεχυνόμασταν στην ολική παράδοση. Η μέρα μας έδινε στη νύχτα. Όταν φτάσαμε στον κεντρικό δρόμο το σκοτάδι ήταν πλέον πραγματικότητα.Το ζωντανό κούρνιασε στη μονοτονία της εθνικής.Μας οδηγούσες στην πόλη.Τα φώτα της εθνικής σε πρόδιδαν.Με βαριά καρδιά είχα αφήσει το δάσος.Με βαριά καρδιά με είχες πάρει μαζί σου. Το τουτού έτρωγε τα χιλιόμετρα και γρήγορα μας πάρκαρε μπροστά ακριβώς από τον προορισμό μας. Με τέτοιο τουτού άβαταρ μόνο περήφανη θα μπορούσα να ήμουν. Και έτσι ήμουν όταν είπες στο μετρ του εστιατορίου : "Φιλαράκι; που να κάτσουμε να ρίξουμε μια γρήγορη μάσα;" Περήφανη και με τη ψυχή να γελάει απόλαυσα το ρομαντικό δείπνο με το φαί της κακιάς ώρας.Κάναμε τσιν τσιν  όπως οι Ιταλοί,με τον ήχο των ποτηριών κοιταζόμασταν στα μάτια,  σωστοί τζογαδόροι.
Με το κεφάλι μου να σπινάρει ελαφρά από το κρασί σε ακολούθησα στην αποστολή. Έπρεπε να στηρίξουμε την τέχνη. 
Στην επιστροφή παίζαμε ότι αφήσαμε το Las Vegas,είχαμε μείνει εκεί μια νύχτα,ταξιδεύαμε λέει στην απέραντη έρημο. Βλέπαμε τον κάμπο και είμασταν στην έρημο, γρήγορα στρίψαμε  για το δάσος.
Ανεβήκαμε το φιδίσιο δρόμο χέρι χέρι, μια γενναία γλύκα με είχε συνεπάρει. Δεν θυμάμαι τις ατάκες μου, ούτε τις δικές σου... μόνο την απότομη κατηφόρα που κατεβήκαμε ήσυχα, σαν τίτλοι τέλους ένα πράμα που κατεβαίνουν σταθερά στην οθόνη... 


Saturday, August 8, 2009

INTONARUMORI















Το ζωντανό μυρίζει τη βροχή ενώ εγώ έχω στήσει αυτί ... σαν να πέφτει  μέσα στο κεφάλι μου το νερό, καρφώνεται ο ήχος στη κυψελίδα του αυτιού και απο εκεί κατευθείαν στη ψυχή...  γεμίζει τη δεξαμενή...να ποτίζω την απώλεια. Το ζωντανό με κοιτάζει επίμονα. Μυρίζεται ταξίδι. Μεγάλο πράγμα η όσφρηση.Πάντα πίστευα ότι η αίσθηση αυτή συνδέεται βαθιά και αυτόματα με το ένστικτο.Το ζωντανό μυρίζεται σωστά. Παίρνουμε τα βουνά...τα ξωτικά μας περιμένουν. Είναι όλοι ειδοποιημένοι. 
Το ζωντανό παραδίνεται στο χρόνο με μια πιρουέτα που θα τη ζήλευε και ο πιο φτασμένος γιόγκι. Ακούω τη βροχή και σκέφτομαι τα λεπτά της ώρας,σηκώνω ψηλά το βλέμμα και ο ήλιος μπαίνει στο παιχνίδι,φωτίζει τα κεραμίδια, καλεί τους φτωχούς ότι ήρθε η ώρα τους, ήλιος και βροχή "η ώρα η καλή", κλείνει τις ομπρέλες στα χέρια των περαστικών, κάποιες σταγόνες επιμένουν... καθόμαστε πρόχειρα στα σκαλοπάτια του σπιτιού, η γειτονιά έχει ξυπνήσει, ο χρόνος κυλάει... ο χρόνος κυλάει στο καινούριο μου σπίτι, ξυπνάω αργά αργά, όσο πιο αργά μπορώ, λες και ο ρυθμός θα κρατήσει τη στιγμή καρφωμένη στο πλημμυρισμένο μου μυαλό ενώ εγώ ανακαλύπτω το πιο όμορφο σπίτι του κόσμου: το παρόν.