
Άφησα το ζωντανό σε καλά χέρια και κατέβηκα πάλι μέσα στη νύχτα ελαφριά σαν το πουλάκι αυτή τη φορά.Χωρίς αποσκευές… φτου ξελευθερία! Η παραλιακή έριχνε τα φώτα της αδιάκριτα στη θάλασσα και εγώ σκεφτόμουν ότι σε λίγες ώρες θα τη διασχίσω αυτή τη θάλασσα εξ ουρανού, θα τη βλέπω απο ψηλά να γλύφει τα λογής λογής νησιά νησάκια και νησίδες για να επιβεβαιώσω πάλι τα λόγια σου: Ο ελληνισμός έχει για κέντρο το Αιγαίο και καρδιά τη Δήλο.
Πρέπει να την πέρασα ξυστά με το boeing μου για να έρθω να πέσω ακριβώς μέσα στη δική σου! Αχ χωρίς αποσκευές! αισθάνομαι σωστό κοριτσάκι.
Το κίτρινο φως του αεροδρομίου έμοιαζε σαν ήλιος πάνω από λουόμενους λογής λογής εθνικοτήτων, ταξιδιώτες λογής λογής προορισμών. Σαν μια ηλιόλουστη φυλακή, ολλανδικής έμπνευσης: διακριτική αστυνόμευση, ελεγχόμενη ελευθερία κινήσεων, περιορισμένοι χώροι προς χρήση. Με την συναίνεσή μας πάντα. Stricted area απο εδώ restricted area απο εκεί. Διάλεξε μου είπε η φωνούλα μέσα μου ή αυτό ή την μπούρκα … Η φωνούλα αποστόμωσε το μυαλό μου και βρέθηκα να περνάω την πύλη με την απόλυτη σιωπή να κατοικεί τον εγκέφαλό μου.
Οπωσδήποτε παράθυρο. Από εκεί είδα την δαντέλα και τον δίσκο να ανεβαίνει, τον πρόδωσε το φως του, απο εκεί πρέπει να έρθει σκέφθηκα και κάρφωσα το βλέμμα μου να μην χάσω το θαύμα. Επιβραβεύτηκα με ένα κρουασάν κονσέρβα και ένα ποτηράκι νερό πλαστικής υφής. Είχα ήδη την ψυχή ξεγυμνωμένη.
Όταν προσγειώθηκε το τέρας και έτρεξε δίπλα στους φοίνικες με αυτή την ελαφράδα που μόνο ένα αεροπλάνο μπορεί να έχει κατάλαβα ότι ήμουν στο σωστό μέρος. Ούτε ιστορία είχα διαβάσει, ούτε wikipedia, τελείως απροετοίμαστη, με ένα χάρτη μόνο και με καλή διάθεση!
Χωρίς .
Χωρίς αιδώ προσποιήθηκα στον ταξιτζή ότι ξέρω τον δρόμο. Οι οδηγίες που είχα ήταν σωστό google map : θα μπεις στο ταξί, θα του πεις στην Κοσκινού από τον καινούριο δρόμο και μετά θα σταματήσεις στην Εκκλησία.
“Σαν να είμαι στη Μαγιόρκα ένα πράγμα … θα πάμε από τον καινούριο δρόμο έτσι δεν είναι ; ” είπα στον ταξιτζή με ύφος ντόπιου ενώ κοιτούσα λαίμαργα το τοπίο … Με κοίταξε διαπεραστικά από τον καθρέφτη, “ ε ναί μου λέει από που αλλού;
“έρχεστε συχνά στο νησί; με ρωτάει. “έχω φίλους εδώ ” του κάνω και τον άφησα να αναρωτιέται.
Απάντησα σωστά σε όλες τις ερωτήσεις και με σωστό ύφος, στο τέλος μου είχε πάρει τα ευρώ που έπρεπε. Βρε αυτοί οι ταξιτζήδες σκέφθηκα, πρέπει να έχεις βγάλει το actors studio για να μην ξεπαραδιαστείς!
Έτσι ελαφριά περπάτησα στο στενό δρομάκι του χωριού ανάμεσα στις εσωτερικές αυλές τις στρωμένες με όρθιο βότσαλο και τα έντονα χρώματα στα κουφώματα και τα παραθύρια, ο αγέρας σφύριζε ανάμεσα στα στενά και μια γιαγιά, ένας παπούς δύο ζωντανά σαν το δικό μου, το αφημένο σε καλά χέρια, τριγυρνούσαν στη δροσιά του πρωινού με το μάτι ανοιχτό.Τους καλημέρισα. Με καλημέρισαν και αυτοί.
Αργότερα, θα έπινα καφεδάκι σε ένα μικρό αυλάκι με όρθιο βοτσαλάκι, το λεγόμενο χοχλιδάκι, ο αγέρας θα έφερνε την μυρωδιά από το παραδοσιακό μελεκούνι στη γωνία κατευθείαν στη μύτη μου και η ξεγυμνωμένη μου ψυχή δειλά δειλά θα έσκαγε μύτη όπως το σαλιγκάρι από το κέλυφος με τις κεραίες ανοιχτές. Αχ καλοκαιράκι…
Το βράδυ μετά από πολλά που είδα και άκουσα και μύρισα για πρώτη, πρώτη, πρώτη φορά θα ξεκουραζόμουν καθισμένη ανέμελα στο κατώφλι του Κήπου του Πασά ποιός ξέρει, στην Οδό Ιπποτών. Η ώρα περασμένη, το σκοτάδι βαθύ, η παλιά πόλη παραδομένη στη σκιά των επιβλητικών κτιρίων της, οι βάρβαροι τουρίστες ροχάλιζαν στα κλιματιζόμενα και εγώ καθισμένη εκεί, σωστή οδαλίσκη δρόσιζα την ξεγυμνωμένη ψυχούλα μου με τον ήχο του νερού που κυλούσε από μια ωραία βρύση. Η πόρτα κλειστή δεν μου επέτρεπε την είσοδο στον Κήπο, μια συσκευασία από κρουασάν μόλτο πεταμένη ακριβώς μπροστά από την ωραία βρυσούλα, με έφερνε σε επαφή με τον σύγχρονο πολιτισμό, το κτίριο της Γαλλικής Πρεσβείας έστεκε απέναντι επιβλητικό και μαζί με το κελάρυσμα του νερού έφεγγαν στο σκοτάδι τα γυαλιά σου και η καρβουνιασμένη από τα παστέλ φωσφοριζούσα μπλούζα σου.
Την άλλη μέρα θα δοκίμαζα την τύχη μου κάπου στα δυτικά με το νοικιασμένο αυτοκίνητο να σπαρταράει στον χωματόδρομο που σέρνοταν σαν φίδι ανάμεσα στους αμπελώνες. Το σύμπαν απλά συνεννοημένο, τίποτα λιγότερο έβαζε το τρίτο πρόγραμμα να κάνει αφιέρωμα στο γαλλικό τραγούδι, η ψυχούλα πάνω από το παρμπρίζ ανεβασμένη κυριολεκτικά πάνω από τα παραθύρια, όπως κάνει το ζωντανό όταν θέλει να το χτυπήσει ο αγέρας.
Δρόμο πήρα, δρόμο άφησα και ήρθα αποκαμωμένη να πέσω στον οντά και εκεί να ξεδιπλώσω με τον ερχομό σου τη διαδρομή με όλα τα ονόματα λάθος μεταξύ ξύπνιου και ύπνου χαμένη στα 4 σημεία του ορίζοντα, περνούσα από τον βορρά στη δύση και από εκεί στο νότο και μετά στην ανατολή, στροβιλίστηκα ανάμεσα στα βουνά του Έμπωνα και του δεν ξερω εγώ, ώσπου κατάλαβες ότι βασανίζομαι και είπες άστο για αύριο και έγειρα στην αγαπημένη μου γωνιά και βυθίστηκα για τα καλά σε ύπνους τρικούβερτους. Πρόλαβα να δω την ξεγυμνωμένη ψυχούλα μου να φεύγει σαν αερικό για τα νυχτερινά της τερτίπια.
Η Κυριακή ξημέρωσε λαμπερή. Είχα δει το ζωντανό στον ύπνο μου, χαρούμενο και ζωηρό. Αχ !!! Γερό πρωινό με μπόλικες θερμίδες, η ψυχή είχε λυμμάξει στο σουρτούκιασμα. Ο χιλιανός φίλος χτύπησε διστακτικά την πόρτα, πρόταση για fiesta despedida, μας πέτυχε πάνω στο φρούτο, γελάσαμε, ετοιμαστήκαμε και βουρ για το νότο.
Τα βουνά του Αρχάγγελου μας καλούσαν από μακριά, περάσαμε το φαληράκι που ακουγόταν σαν μελίσσι στα αυτιά μου, ο δίσκος είχε ανέβει ψηλά και μας έκαιγε για τα καλά αλλά ο αγέρας ερχόταν κύμματα κύμματα να μας δροσίσει, στη Λίνδο από ψηλά φαντάστηκα τους Pink Floyd να πίνουν LSD ασύστολα στη ταράτσα του νεοαποκτηθέντος σπιτιού του Guilmour και να βλέπουν το φρούριο με όλους τους πολεμιστές … όλα τα έκαιγε ο δυνατός ήλιος, το χέρι από το λεβιέ στο πόδι, στάσεις για νερό, φτάσαμε στη Καταβιά αποκαμωμένοι.
Ζεστό ψωμί καλοφτιαγμένο να πάρουμε δυνάμεις και μετά σε μια μυστική στροφή πήραμε το δρόμο για το μαγικό τόπο. Είχαμε ήδη μπεί στα όριά του, όταν ξεχώρισες ανάμεσα στα στάχυα τα αυτιά μιας γαιδούρας, σταματήσαμε και της πιάσαμε κουβεντούλα, της χαιδέψαμε το μουτράκι και τότε εσύ είχες τη φαεινή ιδέα να διαπιστώσεις το φύλο της και εκείνη θύμωσε και έκανε να φύγει αλλά τα πόδια της ήταν δεμένα με μια τριχιά.Την φίλησα γλυκά ανάμεσα στα ματάκια της για να την καλμάρω, έφυγα κοριτσάκι ξανά,ακόμα πιο μικρό αυτή την φορά. Ο τόπος ήδη είχε αρχίσει να επιδρά πάνω μου.
Όταν τελικά φτάσαμε με φώναξες επίμονα, έπρεπε να είχα πατήσει φρένο, έπρεπε να είχα στρίψει, έπρεπε να αλλάξω ταχύτητα… ο δρόμος με είχε συνεπάρει, σταμάτησα με το ζόρι, έσπρωξα τα κοριτσίστικα πόδια μου με τις λουλουδένιες σαγιονάρες στα πεντάλ, τράβηξα το χειρόφρενο όσο πιο δυνατά μπορούσα,θα έβαζα στοίχημα ότι είχα κοτσίδες τα μαλλιά μου όταν κατέβηκα γοργά τον αμμόλοφο και ξεχύθηκα στην πιο απόκοσμη παραλία που είχα δει ποτέ μου.
Μέρες πολλές έχουν περάσει από τότε, όχι όμως αρκετές για να διώξουν την άμμο αυτής της παραλίας από πάνω μου. Υπάρχει ένα σημείο στην κεφαλή μου που λες και αναπαράγει τους κόκους της με μια απόκοσμη εμμονή, πρωί –βράδυ θα τους δω να παίρνουν το δρόμο του νερού που κυλάει ήσυχα προς τον κεντρικό σωλήνα του κτιρίου… έτσι ήσυχα και εγώ περιμένω να κυλήσω στον χρόνο που θα με φέρει ξανά σε αυτό το μαγικό τόπο… στον μυστικό κήπο του Αλλάχ.