Το μεγάλο ΟΧΙ με βρήκε συνοδηγό, μετά από πολύ καιρό. Βυθίστηκα αναπαυτικά στο κάθισμα και βάλθηκα να κοιτάζω το τοπίο τριγύρω να τρέχει. Αντιλήφθηκα πόσο κουρασμένο είναι το βλέμμα από τα φώτα πορείας, πόσο αυτοματοποιημένος είναι ο εγκέφαλος, πως τα αντανακλαστικά έψαχναν το λεβιέ να κατεβάσουν ταχύτητα. Ανακάθισα. Πώς χαλαρώνει η τσίτα; Ρώτησα τη πιο γλυκιά φωνή του κόσμου. “Το ζώο ;” αναρωτήθηκε εκείνη. Κοιταχτήκαμε… και ξαναγυρίσαμε στη δουλειά μας, εγώ να χαλαρώνω και η φωνή να οδηγει.
Έτσι όπως το τοπίο έφευγε μπροστά στα μάτια μου, μου ήρθε η εικόνα ενός κοριτσιού που ο έρωτας το είχε κάνει τσιγγανάκι, τελευταία φορά το είχα δει στο δρόμο του Αλ Χαδεφ, στην εβραική συνοικία, κοντά στην Πλατεία των εβραίων μαρτύρων.Ειχε στρώσει τα πανιά της και ταίζε το αγόρι της σάντουιτς με ψάρι ενώ το αγόρι έκοβε ένα πράσινο μήλο σε ολόισια κομμάτια και το έδινε στο κορίτσι να καθαρίσει το στόμα του από την ψαρίλα. Τους παρατηρούσα σαν να έβλεπα ταινία, το κορίτσι φωτεινό και χαρούμενο, το αγόρι είχε γκρίζα μαλλιά – καλπάζουσα γήρανση;- και έπαιρνε το κορίτσι αγκαλιά,ο δρόμος είχε αδειάσει από τη πολλή κίνηση, οι μουριές τους έκρυβαν από τον ήλιο, δύο ερωτευμένοι μεταξοσκώληκες λίγο πριν τυλιχτούν στο κουκούλι του χρόνου. Ήταν τότε που το κορίτσι τσιγγανάκι στάθηκε στα μάτια μου μπροστά, κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό μου και είδα μέσα στο ζωηρό καστανό μικρές πράσινες γραμμές ελευθερίας να διαλαλούν την κάψα της και τότε κατάλαβα ότι το ερωτευμένο κορίτσι με το αγόρι που έπασχε από καλπάζουσα γήρανση ήταν πρώτα ελεύθερο και μετά όλα τα άλλα.
Τινάχτηκα στην ανάμνηση σαν χτυπημένο κοτσυφάκι. Η πιο γλυκιά φωνή δίπλα μου μου ζητούσε ψιλά για τα διόδια. Αποχαιρέτησα το τσιγγανάκι με τα πανιά του με θλίψη μεγάλη σαν να με είχε κατοικήσει η βεβαιότητα ότι το κουκούλι που τυλίχτηκαν οι εραστές άλλαξε πάλι τα πάντα και μόνο η Αλ Χαδέφ παραμένει η ίδια να θυμίζει το γεγονός.
Το αυτοκίνητο ξεχύθηκε στην Αττική οδό σαν ψεύτικο, δεν μιλούσε κανείς, το ραδιόφωνο έπαιζε σε ένταση αδιάφορη, κοιτούσα τα τείχη από μπετόν που εκλειναν τον αυτοκινητόδρομο, δίπλα μου τα αυτοκίνητα κουβαλούσαν ζωές λογιών λογιών, γενιές λογιών λογιών, όλοι στους δρομους, να πούνε το μεγάλο ΟΧΙ. Καρφώσα το βλέμμα στον ουρανό, με μια μικρή ελπίδα ότι εκείνα τα μικρά ΟΧΙ που περίμεναν στη σειρά τους να ειπωθούν, θα εμφανίζονταν εκείνη τη στιγμή μπροστά μας για να ειπωθούν από μόνα τους, και έτσι όλοι εμείς οι διερχόμενοι της Αττικής Οδού θα γινόμασταν πεφωτισμένοι μάρτυρες του σύγχρονου θαύματος, κοινωνοί της επουράνιας βοήθειας, ελεύθεροι πια από τη καταναγκαστική κατάφαση όλων των άλλων ημερών. Μέχρι που ανέβηκα τα σκαλιά του προορισμού τίποτα τέτοιο δεν είχε συμβεί, αλλά ήμουν τυχερή γιατί αποζημιώθηκα με μια γενναία μυρωδιά πεύκου, καθαρού αέρα και τεράστιες πρέζες ανοιχτού μεσημεριανού ορίζοντα με σπιτικό κρασί και καλή παρέα.
*Albert Einstein
No comments:
Post a Comment