Tuesday, February 24, 2009

Η πιο κρύα νύχτα του χειμώνα με βρήκε με μια θερμοφόρα αγκαλιά μέσα στην αποθήκη της ΣΕΥΔΑΠ (Σύλλογος υδραυλικών Αθηνών και Προαστείων) κάπου στη Θηβών να  απολαμβάνω σπιτικό τσίπουρο και μια ωραία αποκριάτικη παράσταση με ακροβάτες και χορευτές και  θέμα τα ωραία Γρεβενά. Μέσα σε μια ώρα βρέθηκα να περιδιαβαίνω τους δρόμους και την ιστορία της κατά τα άλλα άγνωστης σε εμένα πόλης ενώ το διπλό ζευγάρι κάλτσες που φορούσα  έσωσε τα πόδια μου από κρυοπαγήματα. Εξαίσια εμπειρία, πόδια παγωμένα μάτια θαυμασμένα! 
Στο τέλος, μετά από μια βροχή από καπέλλα που σάρωσε την τεράστια αποθήκη  έφυγα από εκεί  περνώντας από ένα στενό βιομηχανικό διάδρομο   όπου ένας  τεράστιος φακός ανάγκαζε τον απέναντι τοίχο σε ομολογία. 
Πώς να ξυπνήσω μετά από τέτοια νύχτα! Σωστή καταστροφή το ξεκίνημα,  έτρεξα μέσα στη μέρα φουριόζα και καθυστερημένη και μέσα σε όλα αυτά  η πρώτη μου κίνηση  ήταν να πάρω  τη φιλενάδα μου την καλή στο Νυμφαίο, την πέτυχα στην καρδιά της διαδρομής από το Νυμφαίο στον κάμπο του Αμυνταίου. 
Τι κάνεις ; την ρωτάω. "Παρακολουθώ ένα γεράκι " μου  είπε και εγώ μέσα στη φωτεινή  Μπενάκη με τον χαρούμενο ουρανό να τρυπώνει μέσα από την ασχήμια, την είδα τη σκηνή σαν να ήμουν εκεί, παρέα με τη καλή μου φιλενάδα.  Και φαίνεται κάποιον συγκίνησα εγώ με αυτή μου την επιθυμία.... 
Η μέρα ήταν λαμπερή σαν εκείνα τα μονόπετρα του κοριτσίστικου ονείρου,  η πρώτη μου στάση ήταν στη Τσαμαδού, στο καφενείο στη γωνία, εκεί είχα ραντεβού με τον δίσκο του, έτσι όπως κάθησα και παρήγγειλα τον διπλό ελληνικό, με την πλατεία άδεια με προετοίμαζαν οι αχτίδες του για την πτήση αλλά εγώ  χαμπάρι ακόμα για τη σύμπτωση που θα κορύφωνε τη χαρά της μέρας.... συζητούσα με τη φίλη περί ανέμων και υδάτων στα καστελιάνικα. 
Η ώρα είχε αρχίσει να περνά, ο δίσκος έπαιρνε σιγά σιγά θέση  στη ραχοκοκαλιά της μέρας, έτοιμος να θρονιαστεί στη μέση της, η πλατεία  τραγοδούσε το μεσημέρι χαρωπή, καθαρή και άδεια  και η πόλη βούιζε... όταν χτύπησε το κινητό και η στιγμή τραυματίστηκε ανεπανόρθωτα. 
"Με ξέχασες;;;" φωνή μπάσα, σοβαρή, αναγνωρίσιμη ακόμα και από την αναπνοή της.  Την είχα ξεχάσει, με είχε συνεπάρει το γεράκι σε πτήση στο Νυμφαίο αλλά πώς να το εξηγήσεις αυτό στη φωνή τη μπάσα, τη σοβαρή και αναγνωρίσιμη;  
Πετάγομαι της λέω και βάλθηκα να τρέχω στους δρόμους. 
Και εκεί που ανέβαινα στη Σκουφά με τη μέρα πιο λαμπερή  και από μονόπετρο περασμένο στο δάχτυλο πλέον και όχι του ονείρου, να σου πάλι το κινητό...Άλλη φωνή αυτή:
 "Είσαι  στο γραφείο να περάσω; είμαι με τη μηχανή...." 
"Με τη μηχανή;;;;;;;; " σκούζω "μπορείς να με πετάξεις στη Νέα Σμύρνη..." 
Μπορούσε, σε 10 λεπτά  βρέθηκα  να ανεβαίνω.... σε μια  Ηayabusa από τις λίγες... 
Το πουλί (hayabusa= γεράκι στα ιαπωνικά) ξεχύθηκε στη Συγγρού και όλα τα αυτοκίνητα μπροστά μας ήταν απλά  θηράματα που τα  προσπερνούσε μόνο και μόνο γιατί η Hayabusa διαλέγει το θήραμά του.  
Τα μαρσπιέ   της  μικρά και  δυνατά τα αισθανόμουνα στα πόδια μου όμοια με φτερά που με κρατούσαν  δυνατά την ώρα που  οι άλλοι  τριγύρω απλά έτρωγαν την σκόνη μας  και το φώς, αυτό το ανεπανάληπτο αττικό φώς,  έλουζε τη χαρά μου με τέτοια γενναιοδωρία που βλέποντας από μακριά  τη θάλασσα δεν υπήρχε για μένα άλλο τί από την αίσθηση της ελευθερίας, της δύναμης και της  αιωνιότητας... 
Η Hayabusa  με απίθωσε απαλά στο κράσπεδο, κάπου στην αρχή της Ομήρου, το ρελαντί της είχε μελωδία από τις λίγες, ήθελα απλά να την αγκαλιάσω αλλά τα γεράκια δεν γουστάρουν τέτοιες σάλτσες... μπήκα στο ραντεβού μου με χαρά αρπακτικού που μόλις είχε ξεψαχνίσει το θήραμά του και  με μια απέραντη ευγνωμοσύνη για το τυχαίο, το εκτός προγράμματος,  το αναπάντεχο...  
Η μπάσα, σοβαρή φωνή με προυπάντησε με έκπληξη, "εσύ πετάχτηκες κυριολεκτικώς..." Κράτησα το μυστικό μου με χαμόγελο... "¨ημουν τυχερή, δεν είχε κίνηση" 
Μέχρι να έρθει ο καφές  το βλέμμα δεν έλεγε να αφήσει την κατάβαση της Συγγρού με τη θάλασσα στο βάθος... όπως η εικόνα  έκανε fade out  υπό το βάρος της μπάσας φωνής  το γεράκι εν πτήσει  στο Νυμφαίο έκανε μια  βόλτα πάνω από το κεφάλι μου και εξαφανίστηκε ενώ οι λέξεις δύναμη, ελευθερία, αιωνιότητα βούιζαν στα αυτιά μου... 

Friday, February 20, 2009

ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΟ ΙΙ


Πλάγιο, βαθύ, σκοτεινό βλέμμα 
όμοιο με φιλί ... 

Monday, February 16, 2009

Grizzler

Ήμασταν εκεί, δύο σώματα κουταλιασμένα.Μαμά και κόρη, κρατούσαμε  τη στιγμή γερά με τα δάχτυλά μας πλεγμένα και το δικό μου χνώτο να της χαιδεύει το λαιμό. 
Η γυναίκα που με είχε θηλάσει, μου μιλούσε γλυκά για όλες αυτές τις μέρες που δεν περάσαμε μαζί, κάποια μυστικά θαμμένα στον χρόνο "θυμάσαι τότε που είχα ντυθεί  χαβανέζα στο πάρτυ του Θ; και ο μπαμπάς μπαλινέζος δράκος; " και οι λέξεις ηχούσαν στον ρυθμό που τρίβονταν οι πατούσες μας, κάτω από το πάπλωμα, είχε πέσει πάλι κρύο στην πόλη.Τα πουλιά στην αυλή κελαηδούσαν κάπως πρόωρα την άνοιξη και το ζωντανό έστεκε στην άκρη  του κρεβατιού, φρουρός σωστός. 
Έτσι όπως μου είχε  γυρισμένη την πλάτη, έβλεπα τα μαλλιά της και σκέφθηκα αυθόρμητα ότι όσες τρίχες και να είναι εκεί, όσες εκατοντάδες  χιλιάδες τρίχες  και να βρίσκονται σε αυτό το κρανίο και πάλι είναι λίγες αν τις  συγκρίνω με τις φορές που την έχω φωνάξει στη ζωή μου και ας μου πήρε 2 χρόνια να μιλήσω... 
Από αυτή και μόνο την άποψη, για να μη μιλήσω για τις άλλες, το πλάσμα αυτό είναι μοναδικό για μένα και φυσικά αυτή η μοναδικότητα είναι απολύτως αμοιβαία. Είναι γνωστό ότι η μοναδικότητα είναι και σπαζοκεφαλιά, καμιά φορά δε  και πεδίο σύγκρουσης και άλλων εκρήξεων αλλά είναι τόσο υπέροχο να αφήνεσαι στο νερό έχοντας εμπιστοσύνη στη δύναμη της άνωσης  και εκεί να χαλαρώνεις με τα αυτιά σου βυθισμένα να δανείζονται κάτι από τη ζωή του βυθού! Έτσι υπέροχο είναι να αφήνεσαι στην κατάσταση έχοντας εμπιστοσύνη στη δύναμη της αγάπης και ας είναι ανθρώπινη... 
Η επίσκεψη ήταν σύντομη, χωρίστηκα από το μοναδικό για μένα πλάσμα με τρυφεράδα, το γκριζοπράσινο βλέμμα του με αγκάλιασε με όση θερμότητα μπορεί να αναπτύξει ένας τέτοιος συνδυασμός χρωμάτων και τα λόγια της  κατοίκησαν αμέσως την καρδιά : "κορίτσι μου ο ευφυής άνθρωπος δεν έχει ανάγκη να γίνει κάτι, μόνο ο ηλίθιος! Να είσαι ήρεμη, όλα θα γίνουν." Με είχε γεννήσει, ήταν γεγονός!
Αργότερα, θα έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ για ένα τύπο, ηθοποιό, τον TIMOTHY TREADWELL, που έζησε 13 χρόνια, δίπλα στις αρκούδες στην Αλάσκα και φυσικά συγκέντρωσε ένα τεράστιο, ανυπολόγιστης αξίας κινηματογραφικό υλικό από την περιοχή και από τις αρκούδες.Τον χειμώνα γυρνούσε από σχολείο σε σχολείο στον Καναδά και στην Αμερική και έλεγε στα παιδιά ιστορίες από την παραμονή του στην Αλάσκα. Ο τύπος ήταν  σίγουρα αυτό που θα λέγαμε ελαφρά τη καρδία "εμφανώς διαταραγμένος" πλην όμως σε μια εξαιρετική στιγμή εξομολόγησης μπροστά στην κάμερα  μιλάει για τη ζωή του  και αναφέρει χαρακτηριστικά  ότι με τις αρκούδες αισθάνεται ότι ζει (I have a life now), ενώ αργότερα αναφέρει ότι δεν τον ενοχλεί να πεθάνει πλέον. 
Σε αυτό το σημείο  τινάχτηκα, τα λόγια του λειτούργησαν σαν απινιδωτής, από αυτούς που σταματάνε την καρδιά γνα  να την ξαναξεκινήσουν σε κανονικό ρυθμό. 
Η επίσκεψη του Timothy Treadwell στο σπίτι μου ήτανε εξαιρετικά πιο σύντομη από αυτή της μανούλας, αλλά σε συνδυασμό αυτές οι δύο επισκέψεις ήταν ένα εξαιρετικό ταξίδι, ένα σερφάρισμα χωρίς σανίδα σε φόβους, καταβολές, συναισθήματα  και κυρίως σε αυτή την ασίγαστη ελπίδα ότι  αυτό το φωτεινό διάστημα που λέμε ζωή θα γίνω αυτό που είμαι και  όχι κάτι ξένο. 
Το πρωί της δευτέρας το μήνυμα του Φίλου αναρωτιόταν: "Είσαι εδώ ή ταξιδεύεις; " Φαινομενικά μια πολύ απλή ερώτηση... 

* Η φωτογραφία δημοσιεύεται στo www.squido.com/polarbearaware

Thursday, February 12, 2009

ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΟ


Πήρε να βρέχει
την ώρα που τα βλέφαρα 
βάρυναν  προς τον 'Υπνο,
δροσίστηκε η ανάσα  ευθύς
και όλα μπερδεύτηκαν γλυκά 
στο νωτισμένο τόπο 
σαλιγκαράκι η ψυχή ξεθάρεψε στον κόσμο 
σαλιγκαράκι η μνήμη απλώθηκε στον χρόνο... 


* τη χρυσή βροχή ζωγράφισε η alma σε ηλικία ηλιόλουστη 


Monday, February 9, 2009

Πατρίδα μας τα παιδικά μας χρόνια


Τώρα που αισθάνομαι  άπατρις, ορφανή απο τόπο,θυμάμαι ξανά και ξανά αυτή τη φράση, κάποιος τη χάραξε σε ένα μαυρισμένο τοίχο κάπου στα εξάρχεια, και έγινε γκραφίτι χαραγμένο μέσα μου, από την επανάληψη της όρασης, στις τόσες διαδρομές  πάνω κάτω,τόσα χρόνια στην περιοχή.Τις τελευταίες ημέρες όμως το ζωντανό με κοιτάει στα μάτια, ξανά και ξανά και όσο με κοιτάζει τόσο δυσκολεύομαι από μια ντροπή  για αυτό τον τόπο που βυθίζεται και για τους ανθρώπους του που πνίγονται στα χρέη  και στην  ηθικολογία τους.

Σε ποιό βιβλίο ιστορίας να χωρέσει αυτή η ορφάνια; Ο ιστορικός του μέλλοντος πώς θα  εξηγήσει  στις επερχόμενες γενιές ότι στην Ελλάδα, το 2009 μ.Χ. υπήρξε μια γενιά που δεν έζησε όχι από πόλεμο (όπως η γενιά του πατέρα), ούτε από διχόνοια (όπως η γενιά της μητέρας) αλλά από χρεωκοπημένη αφθονία; Ολα δανεικά,αδειανά, ψεύτικα.

Η μουσούδα του ζωντανού με επαναφέρει στο τώρα, “έλα πρέπει να φύγουμε, δες το φεγγάρι” βλέμμα νούμερο 837, σεληνιασμένο. Σεληνιασμένη κι εγώ και σε μια  άλλη διαδρομή  κατηφορίζουμε το μονοπάτι  από το μνημείο του Φιλοπάππου προς τη Στρατηγού Γαριβάλδη. Άραγε πόσοι κάτοικοι αυτής της πόλης γνωρίζουν τι συμβολίζει το μνημείο του Φιλοπάπου; Ο κύριος πάντως, που έχει κατασκηνώσει στο πάνω μαχαλά του λόφου, ανατολικά του μνημείου την ήξερε την ιστορία.
Τον 2ο μ.Χ ο Γάιος Ιούλιος Αντίοχος Φιλόπαππος ήρθε στην Αθήνα,εξόριστος πρίγκηψ και εγγονός του Αντίοχου Δ' (βασιλέως) από την Κομαγγηνή (Βόρεια Συρία) και φυσικά έμεινε ο άνθρωπος για όλη του την ζωή. Με τέτοιο κλίμα ευδοκιμούν τα ωραία πάρτυ…και ο Γάιος ήτο πλούσιος και προφανώς οργάνωνε τα καλύτερα!Ευεργέτης της πόλης δίχως ούτε ένα έργο, μόνο μέσω αξιωμάτων θρηκσκευτικών και δημοσίων, ήτοι δημοφιλής κοσμικός γρήγορα κατάφερε να γίνει  Αθηναίος πολίτης του Δήμου Βύσσης. (βυσαιώτης ο πρίγκηψ...)
Όταν πέθανε, οι Αθηναίοι στεναχωρήθηκαν πολύ γιατί είχαν χάσει τρελλά τραπεζώματα και για να τον τιμήσουν  έκαναν το χατήρι του πατέρα του που ήρθε να τον θάψει και ζήτησε τον αντίστοιχο τόπο ταφής: "πρώτο τραπέζι πίστα"ακριβώς απέναντι από την Ακρόπολη. Εκεί σηκώθηκε το μνημείο και έβαλαν και την σαρκοφάγο του μέσα. Αλλά ο Γάιος εξόν των πάρτυ, ουδέν άλλον έπραξε για το καλό της πόλης. Ενα πεζοδρόμιο,ένα δίκαιο σύστημα στάθμευσης των ίππων, ένα σύστημα αποκομιδής των κοπράνων των ζώων...
“Ρε αυτή η παρακμή, ωραία μνημεία για κατούρημα” βλέμμα νούμερο 749, το ζωντανό κατέβασε το πίσω πόδι με σκέρτσο και βάλθηκε να κατεβαίνει με μπεζ σάλτα το μονοπάτι. Ήξερε τον λόφο απο παλιά και αυτό τον Φιλόπαππο και την σαρκοφάγο του την είχε κατουρήσει απρόσκοπτα και επανειλημμένα.
Εύχομαι, οι επερχόμενες γενιές να  μάθουν ιστορία από τα σκυλιά και όχι από τους ανθρωπους.  Όπως φαίνεται, οι άνθρωποι δεν εννοούν  ούτε  γλώσσα, ούτε καρδιά, ούτε αλήθεια.


* photo by Nicola Zambelli