Στο τέλος, μετά από μια βροχή από καπέλλα που σάρωσε την τεράστια αποθήκη έφυγα από εκεί περνώντας από ένα στενό βιομηχανικό διάδρομο όπου ένας τεράστιος φακός ανάγκαζε τον απέναντι τοίχο σε ομολογία.
Πώς να ξυπνήσω μετά από τέτοια νύχτα! Σωστή καταστροφή το ξεκίνημα, έτρεξα μέσα στη μέρα φουριόζα και καθυστερημένη και μέσα σε όλα αυτά η πρώτη μου κίνηση ήταν να πάρω τη φιλενάδα μου την καλή στο Νυμφαίο, την πέτυχα στην καρδιά της διαδρομής από το Νυμφαίο στον κάμπο του Αμυνταίου.
Τι κάνεις ; την ρωτάω. "Παρακολουθώ ένα γεράκι " μου είπε και εγώ μέσα στη φωτεινή Μπενάκη με τον χαρούμενο ουρανό να τρυπώνει μέσα από την ασχήμια, την είδα τη σκηνή σαν να ήμουν εκεί, παρέα με τη καλή μου φιλενάδα. Και φαίνεται κάποιον συγκίνησα εγώ με αυτή μου την επιθυμία....
Η μέρα ήταν λαμπερή σαν εκείνα τα μονόπετρα του κοριτσίστικου ονείρου, η πρώτη μου στάση ήταν στη Τσαμαδού, στο καφενείο στη γωνία, εκεί είχα ραντεβού με τον δίσκο του, έτσι όπως κάθησα και παρήγγειλα τον διπλό ελληνικό, με την πλατεία άδεια με προετοίμαζαν οι αχτίδες του για την πτήση αλλά εγώ χαμπάρι ακόμα για τη σύμπτωση που θα κορύφωνε τη χαρά της μέρας.... συζητούσα με τη φίλη περί ανέμων και υδάτων στα καστελιάνικα.
Η ώρα είχε αρχίσει να περνά, ο δίσκος έπαιρνε σιγά σιγά θέση στη ραχοκοκαλιά της μέρας, έτοιμος να θρονιαστεί στη μέση της, η πλατεία τραγοδούσε το μεσημέρι χαρωπή, καθαρή και άδεια και η πόλη βούιζε... όταν χτύπησε το κινητό και η στιγμή τραυματίστηκε ανεπανόρθωτα.
"Με ξέχασες;;;" φωνή μπάσα, σοβαρή, αναγνωρίσιμη ακόμα και από την αναπνοή της. Την είχα ξεχάσει, με είχε συνεπάρει το γεράκι σε πτήση στο Νυμφαίο αλλά πώς να το εξηγήσεις αυτό στη φωνή τη μπάσα, τη σοβαρή και αναγνωρίσιμη;
Πετάγομαι της λέω και βάλθηκα να τρέχω στους δρόμους.
Και εκεί που ανέβαινα στη Σκουφά με τη μέρα πιο λαμπερή και από μονόπετρο περασμένο στο δάχτυλο πλέον και όχι του ονείρου, να σου πάλι το κινητό...Άλλη φωνή αυτή:
"Είσαι στο γραφείο να περάσω; είμαι με τη μηχανή...."
"Με τη μηχανή;;;;;;;; " σκούζω "μπορείς να με πετάξεις στη Νέα Σμύρνη..."
Μπορούσε, σε 10 λεπτά βρέθηκα να ανεβαίνω.... σε μια Ηayabusa από τις λίγες...
Το πουλί (hayabusa= γεράκι στα ιαπωνικά) ξεχύθηκε στη Συγγρού και όλα τα αυτοκίνητα μπροστά μας ήταν απλά θηράματα που τα προσπερνούσε μόνο και μόνο γιατί η Hayabusa διαλέγει το θήραμά του.
Τα μαρσπιέ της μικρά και δυνατά τα αισθανόμουνα στα πόδια μου όμοια με φτερά που με κρατούσαν δυνατά την ώρα που οι άλλοι τριγύρω απλά έτρωγαν την σκόνη μας και το φώς, αυτό το ανεπανάληπτο αττικό φώς, έλουζε τη χαρά μου με τέτοια γενναιοδωρία που βλέποντας από μακριά τη θάλασσα δεν υπήρχε για μένα άλλο τί από την αίσθηση της ελευθερίας, της δύναμης και της αιωνιότητας...
Η Hayabusa με απίθωσε απαλά στο κράσπεδο, κάπου στην αρχή της Ομήρου, το ρελαντί της είχε μελωδία από τις λίγες, ήθελα απλά να την αγκαλιάσω αλλά τα γεράκια δεν γουστάρουν τέτοιες σάλτσες... μπήκα στο ραντεβού μου με χαρά αρπακτικού που μόλις είχε ξεψαχνίσει το θήραμά του και με μια απέραντη ευγνωμοσύνη για το τυχαίο, το εκτός προγράμματος, το αναπάντεχο...
Η μπάσα, σοβαρή φωνή με προυπάντησε με έκπληξη, "εσύ πετάχτηκες κυριολεκτικώς..." Κράτησα το μυστικό μου με χαμόγελο... "¨ημουν τυχερή, δεν είχε κίνηση"
Μέχρι να έρθει ο καφές το βλέμμα δεν έλεγε να αφήσει την κατάβαση της Συγγρού με τη θάλασσα στο βάθος... όπως η εικόνα έκανε fade out υπό το βάρος της μπάσας φωνής το γεράκι εν πτήσει στο Νυμφαίο έκανε μια βόλτα πάνω από το κεφάλι μου και εξαφανίστηκε ενώ οι λέξεις δύναμη, ελευθερία, αιωνιότητα βούιζαν στα αυτιά μου...



