Τώρα βραδιάζει πιο νωρίς, το ίδιο νωρίς που ξημερώνει.Με ξύπνησε το φως που έμπαινε από τις γρύλιες,είχα σουρτουκιάσει πάλι σε όλες τις ηπείρους, σηκώθηκα εξαιρετικά κουρασμένη. Όλα καλά; με ρώτησε στοργικά η φωνή δίπλα μου. “Όλα jet lang ” σκέφθηκα αλλά δεν ήθελα να ανησυχησω τη πιο γλυκιά φωνή του κόσμου. Κατι μου έλειπε, το διαπίστωσα στη τουαλέτα. Η ουρά του ζωντανού δεν έκοβε τον αέρα δίπλα μου σαν φτερωτό χασαπομάχαιρο. Μου πιάστηκε η καρδιά… έτρεξα να το συναντήσω, κυριολεκτικά. Κατέβηκα φουριόζα στον κεντρικό δρόμο, και ευχήθηκα λίγη καλή τύχη, τόση όση χρειάζομαι για να φτάσω γρήγορα στο ζωντανό. Έπιασε η ευχή μου. Όταν έφτασα πρώτα άκουσα τη χαρά του και μετά την είδα. Όσο ξεκλείδωνα την πόρτα το άκουγα να γυρνάει γύρω από τον εαυτό του, τα νύχια να γδέρνουν το ξύλο στο πάτωμα, τα πέλματα πώς βεντούζωναν για να σηκωθεί το σώμα του, σωστός νουρέγιεφ με προυπάντησε με pas de deux και η καρδούλα μου έπαιζε μότζαρτ, εκείνο που είχε ακούσει από την βερολινέζικη συμφωνική ορχήστρα, μια παγωμένη Κυριακή στο Βερολίνο…
Τέτοια ήταν η χαρά μου που στον λόφο τους ξεσήκωσα όλους με τα καμώματά μου. Η παρέα η κλασική, το πρωινό καφενείο με περίμενε στο ξέφωτο,ο ήλιος ψευτοανέβαινε τον Λυκαβηττό, “θέλει και αυτός το τσεκάπ του” πέταξα δήθεν αδιάφορη, το δυτικό κομμάτι της πόλης έβηχε ήδη από το πολύ νέφος, η θάλασσα στη θέση της, το ίδιο και ο ιερός λόφος, τον κοιτάζω με μια σιγουριά λες και ο Παρθενώνας δεν ειναι έργο θνητού, θνητό και αυτό…
Η κουβέντα σήμερα κοσμοπολίτικη. Η Ο είχε μιλήσει με την αδερφή της. Που μένει; τη ρωτάω. Δεν ξέρεις μου λέει. Επέμενα. Μου είπε. Δεν ήξερα. Λουνγκοφσκαγε. Λούνγκο για τον εσπρέσσο φσκα για το βλάχικο χρηματιστήριο γε για το βιετνάμ που δεν έζησα. Μου πήρε 5 λεπτά η συστηματοποίηση – ορθοφωνία. Τι έχει εκεί ; Τον ποταμό Όμπι, είναι μεγάλος, διαπερνά τη Σιβηρία. Εχει, λίγο πιο πέρα ένα παλιό χωριό, εκεί μένουν οι άνδρες κυνηγοί, σχεδόν όλο τον χρόνο, τους διώχνουν μόνο οι σκνίπες το καλοκαίρι.
Η Ο μιλούσε για το μέρος που είχε μεγαλώσει, ήταν ήδη εκεί, την έβλεπα να γίνεται κοριτσάκι μπροστά στο πρωινό καφενείο και ένιωσα μια θέρμη για την πατρίδα της, για τα παιδικά της χρόνια, σαν να τα είχα ζήσει εγώ. Το ζωντανό άρχισε να φωνάζει το τρίχωμα του πλέον μου απαγορεύει κάθε μετάφραση βλέμματος. Μη φεύγεις μου λέει η Ο, δεν σου είπα το πιο αστείο. Οι γυναίκες το χωριό που πάνε οι κυνηγοί το λένε Μάτκα. Τι είναι αυτό ; Αυτό μου λεέι είναι πολλά πράγματα αλλά αυτές εννοούν τη μήτρα. Μάτκα στα ρώσικα είναι η μήτρα. Με κοίταξε με νόημα. Την κοίταξα και εγώ. Ιντερνάσιοναλ το θέμα δηλαδή, της κάνω συνωμοτικά. Ψέμματα; μου απαντάει και αυτή στο ίδιο ύφος.
Πήραμε να κατεβαίνουμε το λόφο, αφήσαμε τους υπόλοιπους στο πρωινό καφενείο να συνεχίζουν, δεν είχαν καταλάβει το υπονοούμενο. Το αφήσαμε να αιωρείται. Ο γηραιότερος, ο πιο ωραίος κύριος του λόφου μας ξεπροβόδισε επιμελημένα λέγοντας : "Εγώ κορίτσια κατάλαβα, αλλά πιστέψτε με, δεν έχει πλέον καμία σημασία …"
Ξεχυθήκαμε στο μονοπάτι με τα ζωντανά να τρέχουν, να μας έβλεπε κανείς έτσι αναψοκοκκινισμένες και ετοιμοπόλεμα πρόσχαρες θα νόμιζε ότι το μεσημέρι θα τρώγαμε λαγό !
No comments:
Post a Comment