Thursday, April 12, 2007

The person you love is 72.8% water



Είχα τύχη βουνό και βρέθηκα με απλές κινήσεις που άγγιζαν σχεδόν τον διακτινισμό να αγναντεύω την θάλασσα ενώ μπροστά μου η κρατσανιστή πέτσα μου φώναζε "μην με αφήσεις να κρυώσω, φάε με τώρα". Είχα τύχη βουνό και για έναν ακόμα λόγο, μπορούσα να φάω όσες κρατσανιστές πέτσες ήθελα, ο μέσος όρος ηλικίας των συνδαιτυμόνων ξεπερνούσε τα 75. Είχε αεράκι και έβγαζε ψύχρα σιγά σιγά, το τραπέζι χωρισμένο στα δύο, από τη μια μεριά οι χήρες, τα δυνατά ποτήρια της παρέας, από την άλλη αυτοί που δεν τους έχει χωρίσει ούτε άνθρωπος, ούτε Πρόεδρος δικαστηρίου, ούτε θεός. Το κρασί έρεε αντιστρόφως ανάλογα προς το μέσο όρο, το απολάμβανα χωρίς κρατήματα, είχα αφήσει τον κόφτη στο σπίτι. Γρήγορα θα άφηνα την ομήγυρη για να απολαύσω έναν υπνάκο στην παραλία, sleeping bag και όπου γη και πατρίς.
Εκεί κλείνοντας τα μάτια άρχισα να παίζω με τα γνωστά σωματίδια φωτός που μόλις κλείνεις τα βλέφαρα ενεργοποιούνται σαν screensaver, και με την άναρχη κίνησή τους κάνουν τον ύπνο στην παραλία σπουδαίο παιχνίδι. Με ξύπνησε το τετράποδο, κάποιος πλησιάζει μου είπε δυνατά. Φάτους όλους του είπα εγώ και άλλαξα πλευρό, αλλά έκανα λάθος πλησίαζε μια μαμά με το μωράκι της, έσφιξε το μωρό στην αγκαλιά και κοίταξε επίμονα τον σκύλο που είχε πλέον αλαφιάσει "φύγε από εδώ εμείς κοιμόμαστε εδώ, είναι δικό μας το μέρος αυτό, να κοίτα το έχω κατουρήσει κιόλας". Η μαμά σταθερή κινήθηκε προς την παραλία, ήξερε από τετράποδα, χάρηκα πάρα πολύ που δεν χρειάστηκε να παρέμβω, γύρισα προς τον ήλιο που είχε αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα και ξαφνικά μου ήρθε μια τεράστια διάθεση για πολιτισμό. Τα μάζεψα για μια κοντινή βόλτα στο λιμάνι.
Εκεί τα καράβια ξερνούσαν χιλιάδες αυτοκίνητα, τα οποία με το που πατούσαν στη στεριά μετατρέπονταν σε κατσαρίδες. Όχι, δεν είχα πιει LSD στην παραλία, αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να περιγράψω τη κίνηση των αυτοκινήτων όταν βγαίνουν από το καράβι,πάνε κυριολεκτικά σαν κατσαρίδες την ώρα που τις απειλεί η παντόφλα, προς κάθε κατεύθυνση, και όπως να ναι, αρκεί να φύγουν από εκεί. Τέλος πάντων μετάνιωσα γρήγορα για την παρόρμήση και εντελώς παρορμητικά πήρα τον καφέ μου στο χέρι και γύρισα πίσω.
Στο σπίτι το τραπέζι είχε αδειάσει, η ομήγυρη είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό του σπιτιού, τους βρήκα αραγμένους σε καναπέδες και πολυθρόνες. Παρατήρουσα την πιο πρόσφατως χήρα, η θλίψη είχε καθήσει στο βλέμμα και τραβούσε το σαγόνι της προς τα κάτω σε ένα μόνιμο μορφασμό αυτόν του λίγο πριν ανέβει ο λυγμός στο στόμα. Γύρισε και με κοίταξε έντονα, με είχε πιάσει στα πράσα να την παρατηρώ, αλλά δεν αντέδρασε καθόλου.
Παρόλη την θλίψη δεν ήθελα να φύγω από εκεί, είχε μια ηρεμία το μέρος, η ομήγυρη είχε ησυχάσει, το παράπονο είχε ξεφουσκώσει, η παρέα όδευε σιγά σιγά προς τη φωτεινή εκείνη στιγμή της παραδοχής και παραδομένη κοιτούσε τον ήλιο να πέφτει.

Tuesday, April 10, 2007

What do you see when you turn out the light? I cant tell you but I know it's mine.*



Ξύπνησα νωρίς,η ησυχία της
άδειας πόλης έκανε έναν
εκωφαντικό θόρυβο στο
υπνοδωμάτιο
σαν εκείνα τα παλιά
ξυπνητήρια με τα μεγάλα κουδούνια. Η πρωινή βόλτα στον λόφο του Στρέφη έγινε εν πλήρη άγνοια, μετά, στον καφέ τον μεσημεριανό, πάντα στην παραλία της Γριβαίων, θα μάθαινα την φοβερή ιστορία του.
Στην κατοχή, λέει, στον λόφο σηκωνόταν ένα τεράστιο χωνί με πρωτοβουλία της ΕΠΟΝ Νεαπόλεως.'Ετσι μάθαινε η γειτονιά τα νέα από τo μέτωπo. Για την επιχείρηση απαιτούνταν τουλάχιστον 2, ένας που κρατούσε το χωνί και φώναζε δυνατά μέσα στη χοάνη, αυτά που του έλεγε στο αυτί ο άλλος που κρατούσε το χαρτί με το κείμενο. Κοιτούσα τον άνδρα που μου έλεγε την ιστορία,ήταν ο άλλος που κρατούσε το κείμενο. "Και οι περίπολοι;"
Μου εξήγησε ότι ο λόφος του Στρέφη ήταν από τότε παρατημένος στην μοίρα του. Όλη η προσοχή των γερμανών ήταν στραμμένη στον Λυκαβηττό, να οι περίπολοι εκεί και φρουρά και κανόνια και από όλα. Στον λόφο του Στρέφη, ψυχή δεν ανέβαινε. Το καλύτερο μέρος, ο παρατημένος λόφος,"ακουγόταν το χωνί καμπάνα" μου κάνει ο συνομιλητής και ρούφηξε λίγο ηχηρά το εναπομείναντα freddo του.Προς στιγμήν με έπιασε μια μελαγχολία, η παραλία της Γριβαίων είχε λίγο κόσμο, ο ήλιος έστελνε σοβαρά δείγματα των διαθέσεών του για τις επόμενες μέρες, οι διπλανοί άκουγαν την κουβέντα μας και μας έριχναν πλάγιες ματιές, ο συνομιλητής μου σταμάτησε να μιλά, πήρε το μπαστούνι του και αποχώρησε αργά από την σκηνή.

Αργότερα ήρθε τούμπα η διάθεση, στο σπίτι, ο σκύλος με κοιτούσε περίεργα, το είδα στο βλέμμα του, όταν έλεγα την ιστορία στο τηλέφωνο, προσπαθούσε να καταλάβει γιατί δεν έχει κατουρήσει πότε κανένα χωνί στον λόφο, τόσα σκουπίδια αυτός ο βράχος, ούτε ένα τόσο δα χωνάκι, ούτε καν παγωτό χωνάκι δεν έχει ανακαλύψει αυτό το λαγωνικό εκεί πάνω.Πρέπει όμως να του έμεινε και μια άλλη απορία γιατί την επόμενη ημέρα ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο του λόφου και εκεί ανάμεσα στους μουντζουρωμένους με έρωτα βράχους, στις σύριγγες και στις ξεψαχνισμένες γυναικείες τσάντες, έκεί έκατσε το τετράποδο και ρέμβαζε.Ποιός ξέρει τι του υπαγόρευσε η νοημοσύνη του, πάντως από εκεί κατέβηκε πολύ σοβαρός και συνοφρυωμένος. Τον ξέρω αρκετά καλά αυτον τον σκύλο, σαν να είχε επικοινωνήσει με το είδος του εκεί επάνω, έχουν δικό τους χωνί τα σκυλιά, και κατέβηκε από εκεί σίγουρος και περήφανος για την καταγωγή του. Για το τι είναι σκύλος δηλαδή. Ζήλεψα πάρα πολύ. Εγώ περήφανη; Μόνο στα αυτιά.
Μου το επεσήμανε και η φωνή στο τηλέφωνο το βράδυ, αλλοιωμένη από το παράπονο που δεν θα ακολουθούσα τη γενναία έξοδο και το πατροπαράδοτο σούβλισμα.""Σου το είχα πει ότι σε περιμένουμε, τόσο περήφανα αυτιά έχεις;"Προσπάθησα να της εξηγήσω. Το Πάσχα δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για μένα από τότε που μου απαγορεύτηκε το τραγούδι του Λαζάρου.Κάλαντα για κορίτσια στα χρόνια μου. Τα έλεγα από τα 5 μου με μεγάλη επιτυχία.

Μόλις είχα μπει στο γυμνάσιο. Η μητέρα μου γνωστή για την εξαιρετικη της ευαισθησία μου κοινοποίησε το δεδομένο: Ε! ¨οχι και κοτζάμ γαιδούρα "Ήρθε ο λάζαρος ήρθαν τα Βάγια!Άκου εκεί ρεζιλίκι!Μα τι θα πει ο κόσμος!"
Αυτό ήταν, τέλος το τραγούδι τέλος και η χαρά της λαμπρής. Η αλήθεια είναι ότι το είχα καταλάβει από μόνη μου στην έκτη δημοτικού ότι είχα φάει τα ψωμιά μου. Είχα μεγαλώσει για αυτή την δουλειά.
Αχ ήρθε ο λάζαρος ήρθαν τα βάγια! Με τα μαλλιά μου κοτσίδες στεφανάκι παρακαλώ, καλτσούλα άσπρη, πλεγμένη στο βελονάκι που έστεκε ψηλά λίγο κάτω από το γόνατο γιατί ένα τριανταφυλλάκι σούρωνε γύρω από την γάμπα και την κρατούσε εκεί, έτσι ήταν το σχέδιο δηλαδή, αλλά στην δική μου περίπτωση δεν βοηθούσε η γάμπα και υπήρχε μια σχετική παραλλαγή, φουστίτσα με βολάν, η περσινή μου πάντα και μπλούζα σφηκοφωλιά, και στο χέρι ένα καλάθι, μο-σχο-μυ-ρι-στό με όλα τα λουλούδια της αυλής πλεγμένα.Σαν τρέηλερ πρωτομαγιάς ένα πράγμα.Μια κούπα γάλα (με το ζόρι) και έξω από την πόρτα! Μεγαλείο! Το όνειρό μου είχε γίνει πραγματικότητα. Ήμουν τραγουδίστρια παραδοσιακής μουσικής!
Αυτά σκεφτόμουν το πρωί της Μ.Παρασκευής, την ώρα που έψαχνα μανιωδώς το τελευταίο κομμάτι για την μπορντούρα του πάζλ. Το ραδιόφωνο έπαιζε το γνωστό ρυθμό "10 χιλιόμετρα η ουρά στον Μαλλιακό," " ε ρε γλέντια", φαντασιώνομαι οικογένειες με μικρά παιδιά και σεντάν με χίλιες δυο θήκες για όλα αυτά τα πράγματα που χρειάζονται ξαφνικά οι σύγχρονοι μικροί άνθρωποι. Αισθάνομαι σπουδαία που δεν ζω αυτή την πλευρά της καλωδίωσης, το παζλ κομμάτι- κομμάτι μου εξουθενώνει την υπομονή και εκεί που μου στερεύει και απελπίζομαι, τσακ το βρίσκω το κομμάτι το σωστό και ξαναγεμίζει η στέρνα. Θαύμα, θαύμα!!!!
Παρατάω τον μικρό μου κόσμο για μια βόλτα στα πέριξ. Ισα που προλαβαίνω την κλασική βροχή της ημέρας.Τα σύννεφα μαζεύονται από τον Λυκαβητό. Μια φωνή ουρλιάζει "Μας έχουν ξεχάσει εμάς εδω! είμαστε στον δρόμο τόσες ώρες, χρειαζόμαστε νερό και σε λίγο θα μείνουμε από βενζίνη, έχουμε μικρά παιδιά, μα επιτέλους πρέπει να πάμε στον Τριανταφυλλόπουλο για να βρούμε το δίκιο μας;"
Το τετράποδο σηκώνεται από τον σαματά. με κοιτάει στα μάτια, βλέμμα νούμερο 227. Στο ραδιόφωνο η φωνή ουρλιάζει ακόμα, το τετράποδο περιμένει υπομονετικά να κάνω μετάφραση.Κοιτιόμαστε σταθερά.
Δεν αργώ πολύ
"Αν φύγεις και με αφήσεις εδώ, κλείσε αυτό τον μαλάκα σε παρακαλώ, με αναστατώνει." Ακουμπάει το κεφάλι στο πάτωμα στωικά.
Του κάνω την χάρη και τρέχω να προλάβω την βροχή.


*john lennon

Monday, April 2, 2007

Creativity is the defeat of habit by originality


Η προβοσκίδα του ελέφαντα έχει εξήντα χιλιάδες μυς, μάκρος έξι πόδια και πλάτος ένα. Οι ελέφαντες μπορούν να την χρησιμοποιήσουν για να ξεριζώσουν δέντρα, να κολλήσουν γραμματόσημα ή να τοποθετήσουν προσεκτικά τεράστια μπλόκια στην ενδεδειγμένη θέση για το χτίσιμο μιας γέφυρας. Ο ελέφαντας μπορεί να τυλίξει την προβοσκίδα του γύρω από ένα μολύβι και να ζωγραφίσει χαρακτήρες μεγέθους ενός γράμματος. Με τις δύο μυικές προεκτάσεις στην άκρη της ο ελέφαντας μπορεί να βγάλει ένα αγκάθι, να πιάσει μια πινέζα ή ένα κέρμα, να ανοίξει ένα μπουκάλι, να τραβήξει τον σύρτη ενός κελιού και να τον κρύψει κάτω από μια πέτρα και φυσικά να πιάσει μια κούπα τόσο απαλά χωρίς να την σπάσει που μόνο ένας άλλος ελέφαντας μπορεί να του την πάρει.
Η άκρη της προβοσκίδας είναι τόσο ευαίσθητη που ένας ελέφαντας με κλειστά μάτια μπορεί να σιγουρευτεί για το σχήμα και την υφή των αντικειμένων. Στην ζούγκλα, οι ελέφαντες χρησιμοποιούν την προβοσκίδα τους για να ξεριζώνουν κομμάτια χόρτου και να ξεσκονίζουν τα γόνατά τους , να τινάζουν τις καρύδες από τους φοίνικες και να πουδράρουν το σώμα τους με σκόνη. Την χρησιμοποιούν ακόμα για να τεστάρουν το έδαφος που περπατούν αποφεύγοντας τις παγίδες και τις τρύπες ή αδειάζοντας από αυτές νερό και πέτρες.
Οι ελέφαντες μπορούν να περπατούν κάτω από το νερό των μεγάλων ποταμών ή να κολυμπάνε σαν υποβρύχια για μίλια ολόκληρα χρησιμοποιώντας την προβοσκίδα τους σαν αναπνευστήρα. Επικοινωνούν μεταξύ τους με την προβοσκίδα τους που μπορεί να βγάλει ήχους τρομπέτας,μέλισσας,σωλήνα, γουργουρητού, δυσαρέσκειας .Όταν την χτυπάνε στο έδαφος βγάζουν επίμονους μεταλλικούς κινδύνους.
Η προβοσκίδα του ελέφαντα διαπερνάται από αισθητήρες που του επιτρέπουν να μυρίσει ένα πύθωνα κρυμμένο στα χόρτα ή φαγητό από ένα μίλι μακριά.
Ο ελέφαντας είναι το μοναδικό ζώο που διαθέτει αυτό το φοβερό όργανο.

Steven Pinker, The Language insticts, Penguin Books, 1995

ΕΛΕΥΣΙΝΑ drive


H μαύρη μηχανή άστραφτε στο πεζοδρόμιο, η βιτρίνα του γωνιακού αναψυκτηρίου
αδύνατον να της αντισταθεί, την καθρέφτιζε σε όλο της το μεγαλείο. "Κλείνεις τη ράμπα για τα αναπηρικά με τη μηχανή σου" σου είπα αυστηρά."Έχεις δει πολλούς ανάπηρους τριγύρω στη γειτονιά;" με ρώτησες και κατάλαβα ότι σε πείραξε η ερώτησή μου. Το συνέχισα όμως, είμαστε φίλοι εμείς δεν παρεξηγούμαστε "πως να κυκλοφορήσουν οι άνθρωποι όταν έχουν πιάσει τον χώρο τέτοια γαιδούρια;" σου είπα δείχνοντας τη μηχανή σου. Γέλασες και ξεκινήσαμε. Θα πηγαίναμε λέει σε ένα κουτούκι κάπου προς την Ελευσίνα, το είχες μάθει από παλιά σε μια από τις φοβερές περιηγήσεις σου στην πόλη με τον Αλέξανδρο βεβαίως. Μόλις είχαμε τελειώσει από τη δουλειά και κουβαλούσα τη γνωστή τσάντα με laptop και φακέλλους, "μπάταρα " από την δεξιά πλευρά και το κεφάλι βαρύ από τις γνωστές υποθέσεις.
Όταν φτάσαμε, ένας στενός δρόμος, στενά πεζοδρόμια, παλιά σπίτια πλινθόχτιστα με ψηλούς εξωτερικούς τοίχους και τις παλιές ξύλινες πόρτες, δίφυλλες, ψηλές, χρωματιστές, ο δρόμος όλος ένα χρωματολόγιο, χτύπησες την πράσινη ανοιχτή, από έξω έγραφε κάτι σαν sistyro, κόκκινα γράμματα ασύμετρα πάνω στην ασβεστωμένη πέτρα που ξεχώριζε. Η πόρτα άνοιξε, βρεθήκαμε σε μια μικρή αυλή, ανεβήκαμε μια ξύλινη σκάλα διασχίσαμε ένα μπαλκόνι, στα καφέ αυτά βαμμένα και τελικά μπήκαμε σε μια σάλα γεμάτη καπνούς και κόσμο.
Οι φάτσες από μόνες τους ήταν μια πινακοθήκη σαν αυτή της ΔΟΜΗ, προσπαθούσα να κοιτάζω διακριτικά, δεν ξέρω αν τα κατάφερνα, το ποτό, ένα ουίσκυ, έτρεχε από ένα ξύλινο βαρέλι σε μικρά ποτήρια του κρασιού, το νερώναμε για να κρατήσει, όχι ότι τα καταφέρναμε δηλαδή δεν λέγαμε πολλά στο τραπέζι, δεν είμασταν μόνοι μας,διάφορα άτομα πηγαινοέρχονταν και εμείς απλά κοιτούσαμε τριγύρω, κάποια στιγμή σηκώθηκα από τη θέση μου και διέσχισα τη σάλα, βρήκα στο τέλος της έναν άλλο χώρο μια βαριά κουρτίνα την διαχώριζε από τον χώρο που βρισκόμασταν, τράβηξα διστακτικά την κουρτίνα, έπρεπε να μπω,είχα αφήσει την τσάντα μου εκεί, την βρήκα πάνω στο κρεββάτι, μια καριόλα γεμάτη πράγματα, είχε και ένα σελτέ χωρίς σεντόνι ή προστατευτικό η κουρτίνα δεν απομόνωνε τον ήχο, άκουσα την φωνή του αλέξανδρου, βαριά μπήκε στον χώρο, σκέφτηκα, "λείπει ο Μάρτης από την σαρακοστή" έψαξα νευρικά τα τσιγάρα μου και έβαζα τα πόδια μου όλο και πιο βαθιά στον χωρο κάτω από το κρεββάτι.
Η φωνή διαπέρασε την ραχοκοκαλιά μου, μπάσα, ερχόταν από τα θεμέλια του σπιτιού, έδινε στην κάθε λέξη αυθυπαρξία "θα έρθει και η σειρά μου να σε πλακώσω, με τόνους χαρτιού κερατά "κοίταξα αμέσως κάτω από το κρεββάτι "είναι πόδια ανθρώπου αυτά; " σκέφτηκα μεγαλόφωνα στη θέα δύο αυτοσχέδιων παπουτσιών φτιαγμένων από υπολείμματα παλιότερων ζευγαριών "τι λες να είναι τσόκαρα; " ήρθε αμέσως η απάντηση.Έφυγα τρέχοντας, άφησα και την τσάντα μου ανοιχτή, το είχα έννοια αλλά μετά έσκασε μύτη ο Βασίλης, ήταν ο πιο φωτεινός άνθρωπος μέσα στο δωμάτιο, ξεχάστηκα, αρχίσαμε να λέμε και μερικές κουβέντες όλοι μαζί, ήρθε και ο μαγαζάτορας, δεν θυμάμαι την φάτσα του αλλά ήταν ένας δυνατός άντρας με βαθιές ρυτίδες και πολύ δυνατά χέρια, φορούσε την ποδιά του ξυλουργού και στις τσέπες διακρίνονταν κάποια εργαλεία ο Αλέξανδρος μιλούσε μαζί του με ευχέρεια, χωρίς να κομπιάζει, πλήρως ενσωματωμένος στο περιβάλλον, δίπλα στο τραπέζι βρίσκοταν πια το βαρελάκι με το ουίσκυ και μια μεγάλη καράφα νερό. Ο μαγαζάτορας σου είπε, δεν θα οδηγήσεις την μηχανή θα ρθείτε σπίτι μου να κοιμηθείτε θα σας πάμε με το φορτηγό που μεταφέρουμε το χαρτί.
Όταν μπήκα στο δωμάτιο για να πάρω την τσάντα μου τα ανθρώπινα πόδια έλειπαν, δεν καθυστέρησα λεπτό, άρπαξα τα πράγματά μου και ξεχύθηκα στην σκάλα... τότε είδα που βρισκόμουν το τοπίο ήταν σαν καμβάς του Bob Ross, πίσω μου διακρίνοταν τον βουνό, ψηλό, επιβλητικό καρφώνονταν στο τοπίο σαν μετεωρίτης που έχει πέσει από το πουθενά,μια φλίδα βράχου με άπειρα εξογκώματα και πιο εκεί πρέπει να υπήρχε ένα φαράγγι που χώριζε την προέκτασή του βουνού στα δυο και επέτρεπε στον ανατέλλοντα δίσκο να φαίνεται από την αρχή σχεδόν της διαδρομής του, δεν ήμουν ζαλισμένη αλλά για κάποιο λόγο ήμουν αναστατωμένη.
Βγήκα στο δρόμο και σας ειδα να ανεβαίνετε στην καρότσα ενός παλιού φορτηγού mercedes, κάποιοι εργάτες φορτώναν ταμπλάδες χοντρού χαρτιού μου φώναξες να καθήσω μπροστά μαζί με το μαγαζάτορα, προχώρησα προς το φορτηγό και είδα στην θέση του οδηγού μια άγνωστη φάτσα, ανέβηκα σβέλτα και τότε κατάλαβα ο οδηγός ήταν τα πόδια κάτω από την καριόλα. Μαζεύτηκα, έστρωσα τα ρούχα μου προσπάθησα να βρίσκομαι εκεί χωρίς να υπάρχω και τότε έφτασε στο αυτί μου η φωνή σου "ούτε εκείνος σε έχει δει" γύρισα και σε είδα από το πλαστικό διαχωριστικό του φορτηγού μου χαμογέλασες, έριξα και εγώ ένα χαμόγελο αλλά πιο διστακτικό από το δικό σου, σε δευτερόλεπτα σκέφθηκα ότι ήξερες ενώ δεν σου είχα πει γιατί γύρισα τρομαγμένη από το βελούδινο παραπέτασμα.
Με ξύπνησε το κουδούνι, κάνει και σαν συναγερμό το άτιμο. Σας άφησα εκεί πάνω στην καρότσα...
ήταν ο ταχυδρόμος, συστημένο, μάλιστα άνοιξα την πόρτα και τότε είδα τη μισάνοιχτη τσάντα, όπως την είχα αφήσει έχασκε στο ιδιο σημείο άθικτη. "Πάντα λέω ότι θα δουλέψω στο σπίτι και δεν τα καταφέρνω ποτέ " έλεγα στον εαυτό μου ενώ το υποσυνειδητό μου μου έστειλε την τελευταία εικόνα του φορτηγού να κυλάει στον στενό δρόμο... έτσι τα θυμήθηκα όλα ενώ υπέγραφα την παραλαβή. Είδες πάντα έλεγα ότι μπορώ να κάνω δύο πράγματα ταυτόχρονα.