Είχα τύχη βουνό και βρέθηκα με απλές κινήσεις που άγγιζαν σχεδόν τον διακτινισμό να αγναντεύω την θάλασσα ενώ μπροστά μου η κρατσανιστή πέτσα μου φώναζε "μην με αφήσεις να κρυώσω, φάε με τώρα". Είχα τύχη βουνό και για έναν ακόμα λόγο, μπορούσα να φάω όσες κρατσανιστές πέτσες ήθελα, ο μέσος όρος ηλικίας των συνδαιτυμόνων ξεπερνούσε τα 75. Είχε αεράκι και έβγαζε ψύχρα σιγά σιγά, το τραπέζι χωρισμένο στα δύο, από τη μια μεριά οι χήρες, τα δυνατά ποτήρια της παρέας, από την άλλη αυτοί που δεν τους έχει χωρίσει ούτε άνθρωπος, ούτε Πρόεδρος δικαστηρίου, ούτε θεός. Το κρασί έρεε αντιστρόφως ανάλογα προς το μέσο όρο, το απολάμβανα χωρίς κρατήματα, είχα αφήσει τον κόφτη στο σπίτι. Γρήγορα θα άφηνα την ομήγυρη για να απολαύσω έναν υπνάκο στην παραλία, sleeping bag και όπου γη και πατρίς.
Εκεί κλείνοντας τα μάτια άρχισα να παίζω με τα γνωστά σωματίδια φωτός που μόλις κλείνεις τα βλέφαρα ενεργοποιούνται σαν screensaver, και με την άναρχη κίνησή τους κάνουν τον ύπνο στην παραλία σπουδαίο παιχνίδι. Με ξύπνησε το τετράποδο, κάποιος πλησιάζει μου είπε δυνατά. Φάτους όλους του είπα εγώ και άλλαξα πλευρό, αλλά έκανα λάθος πλησίαζε μια μαμά με το μωράκι της, έσφιξε το μωρό στην αγκαλιά και κοίταξε επίμονα τον σκύλο που είχε πλέον αλαφιάσει "φύγε από εδώ εμείς κοιμόμαστε εδώ, είναι δικό μας το μέρος αυτό, να κοίτα το έχω κατουρήσει κιόλας". Η μαμά σταθερή κινήθηκε προς την παραλία, ήξερε από τετράποδα, χάρηκα πάρα πολύ που δεν χρειάστηκε να παρέμβω, γύρισα προς τον ήλιο που είχε αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα και ξαφνικά μου ήρθε μια τεράστια διάθεση για πολιτισμό. Τα μάζεψα για μια κοντινή βόλτα στο λιμάνι.
Εκεί τα καράβια ξερνούσαν χιλιάδες αυτοκίνητα, τα οποία με το που πατούσαν στη στεριά μετατρέπονταν σε κατσαρίδες. Όχι, δεν είχα πιει LSD στην παραλία, αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να περιγράψω τη κίνηση των αυτοκινήτων όταν βγαίνουν από το καράβι,πάνε κυριολεκτικά σαν κατσαρίδες την ώρα που τις απειλεί η παντόφλα, προς κάθε κατεύθυνση, και όπως να ναι, αρκεί να φύγουν από εκεί. Τέλος πάντων μετάνιωσα γρήγορα για την παρόρμήση και εντελώς παρορμητικά πήρα τον καφέ μου στο χέρι και γύρισα πίσω.
Στο σπίτι το τραπέζι είχε αδειάσει, η ομήγυρη είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό του σπιτιού, τους βρήκα αραγμένους σε καναπέδες και πολυθρόνες. Παρατήρουσα την πιο πρόσφατως χήρα, η θλίψη είχε καθήσει στο βλέμμα και τραβούσε το σαγόνι της προς τα κάτω σε ένα μόνιμο μορφασμό αυτόν του λίγο πριν ανέβει ο λυγμός στο στόμα. Γύρισε και με κοίταξε έντονα, με είχε πιάσει στα πράσα να την παρατηρώ, αλλά δεν αντέδρασε καθόλου.
Παρόλη την θλίψη δεν ήθελα να φύγω από εκεί, είχε μια ηρεμία το μέρος, η ομήγυρη είχε ησυχάσει, το παράπονο είχε ξεφουσκώσει, η παρέα όδευε σιγά σιγά προς τη φωτεινή εκείνη στιγμή της παραδοχής και παραδομένη κοιτούσε τον ήλιο να πέφτει.

