
Επιτέλους κρύο αδερφάκι μου!¨ Βλέμμα νούμερο 133. “Και τι ωραία κατάσταση, βόλτα by the sea” Βλέμμα διαρκές.
Ο δίσκος είχε αρχίσει να απομακρύνεται. Το ξενοδοχείο με τη πισίνα έστεκε σαν φάντασμα της προηγούμενης εποχής, ενώ το φθινόπωρο άγγιζε δροσερά το πρόσωπό μου. Δεν ήξερα που να πρωτορίξω το δικό μου βλέμμα, τόσο με είχε συνεπάρει η αλλαγή. Το ζωντανό τρελλαμένο από τις μυρωδιές έχωνε τη μούρη του σε ο,τι έβρισκε μπροστά του. Το παρατηρούσα από μακριά ανήμπορη να φωνάξω οποιαδήποτε εντολή.
Με τα πολλά μας έδιωξε ο αγέρας και τα περαστικά σύννεφα που άδειαζαν το φορτίο τους ακριβώς από πάνω μας. “Δηλαδή τώρα εμείς είμαστε ευνοημένοι;” με ρώτησε το ζωντανό με την ουρά βρεγμένη. Βλέμμα μπουγελωμένο.
Γύρισα στο σπίτι και το βρήκα με τα φώτα αναμμένα. Θυμήθηκα τα μαστόρια. Έχουν γεμίσει το σπίτι σαν τερμίτες.Με τις στολές τους είναι σαν στρατός, μιλάνε ακατάληπτα και κοιτάνε δεξιά και αριστερά, στα μάτια ποτέ.
Άνοιξα την πόρτα έτοιμη για την επικείμενη καταστροφή, όταν οι τερμίτες κατοικούν στο σπίτι , όλο και μια καταστροφή θα αντικρύσεις.
Έπεσα μέσα. Κυριολεκτικά. Μια τρύπα έχασκε στο δρύινο πάτωμα και με το πόδι μέσα ήμουν έτοιμη για φάγωμα. “Σαράκι” άκουσα μια φωνή πίσω μου. Πού να γυρίσω. Η τρύπα στενή. Αναγκαστικά έπρεπε να αντέξω τη φωνή να μου μιλάει στην πλάτη. “Καλή άσκηση αυτή για την αυτοπεποίθηση” σκέφτηκα.
Η φωνή είχε γίνει πλέον δραματική. “Μα καλά ήταν ανάγκη τώρα το πάτωμα να είναι δρύινο, δεν υπάρχουν πλέον αυτά τα ξύλα, πρέπει να τα φτιάξουμε από την αρχή… σίγουρη καθυστέρηση…” το κραχ στο Dow Jones ακούγοταν μπροστά σε όλα αυτά, σωστό ανέκδοτο.
Η ερώτηση “τι μπορούμε να κάνουμε” βγήκε από το πόδι μου μάλλον, παρά από το στόμα μου, σχεδόν ψυθιριστά τόλμησε να διακόψει τον μάστορα. Ο οποίος φυσικά κεραυνοβολήθηκε. Γι αυτόν το φθινόπωρο ήρθε με αυτή την ερώτηση. Το είδα στα μάτια του. Το ζωντανό είχε έρθει πια δίπλα μου και μύριζε το παγιδευμένο μου πόδι. Ο μάστορας κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά και μου έδωσε – επιτέλους – ένα χέρι βοηθείας.
Αρτιμελής, καθισμένη πρόχειρα στο σκαλάκι της τραπεζαρίας, με ζεστό καφέ να αχνίζει στη μύτη, η σοφία της καθημερινότητας στο μεγαλείο της, επανέλαβα θαρρετά την ερώτησή μου. “Λοιπόν μάστορα τι μπορούμε να κάνουμε; ”.
Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχε σκεφτεί ποτέ έτσι. Η ανακαίνιση είναι μια διαδικασία που σε φέρνει με μαθηματική ακρίβεια μπροστά στη μαιευτική μέθοδο. Την ξεγεννήσαμε τη λύση με ένα φλυτζάνι εσπρέσο. Καλός μάστορας. Το επιβεβαίωσε και το ζωντανό όταν έφυγε μετά από κάποια ώρα με το χρονοδιάγραμμα συμφωνημένο. Κούνημα ουράς νούμερο 12, “καλός κύριος είσαι να μας ξανάρθεις”.
Τράβηξα απαλά το ζωντανό μέσα στο άδειο προς ανακαίνιση σπίτι. Αυτός θα ξανάρθει του είπα, εσύ όμως δεν θα εισαι εδώ, τα μαζεύουμε και βούρ.
Στο ταξίδι το ζωντανό προτίμησε τη θέση του συνοδηγού. Η Οίτη μας καλούσε σταθερά, ενώ ακόμα ο Παγασητικός έγλυφε τη πλευρά του οδηγού και έκλεβε το βλέμμα. Μπροστά σου! Μου φώναξε η ματιά του σε μια στροφή.
Στις στροφές της Υλίκης, διασχίζοντας το Πτώο μπήκαμε μέσα στο σύννεφο, ήταν ολίγον κόκκινο από το δίσκο, σαν να ειχε κοπεί στο ξύρισμα, ένα πράγμα , άνοιξα τα παράθυρα να μπεί όλο μέσα στο αυτοκίνητο, το ζωντανό ξύπνησε, σήκωσε τα αυτιά όλο το σώμα του φώναζε “που ; πού; ” η μύτη του είχε γίνει σωστό βαρόμετρο.
Η ίδια μύτη έκλεισε ερμητικά στην Κατεχάκη. “Δικιά μου, εδώ που με έφερες βγάλτα πέρα μόνη σου,” βλέμμα 333.
Θύμωσα αλλά το ζωντανό, όπως πάντα, είχε δίκιο. Ευτυχώς, είμαι μονή, έπαιζα στη πίστα του κέντρου, βάλθηκα να κάνω ανάβαση στον Λυκαββητό, και πάλια καλά που μέχρι στιγμής τα avatar είναι πλήρως ελεγχόμενα όντα. Το avatar οδήγησε τέλεια στη κίνηση, ξεπέταξε ένα δύσκολο παρκάρισμα χωρίς ψυχή, χωρίς κόπο κουβάλησε τα μπαγκάζια..
Το κλειδί στην πόρτα όμως το έβαλα εγώ, ας είναι καλά αυτό το σπίτι σκέφθηκα, μόλις άνοιγα την πόρτα, μέχρι και την Οίτη χωράει να μας καλεί…