Wednesday, September 24, 2008

REFRESH - REFRESH


Επιτέλους κρύο αδερφάκι μου!¨ Βλέμμα νούμερο 133. “Και τι ωραία κατάσταση, βόλτα by the sea” Βλέμμα διαρκές.

Ο δίσκος είχε αρχίσει να απομακρύνεται. Το ξενοδοχείο με τη πισίνα έστεκε σαν φάντασμα της προηγούμενης εποχής, ενώ το φθινόπωρο άγγιζε δροσερά το πρόσωπό μου. Δεν ήξερα που να πρωτορίξω το δικό μου βλέμμα, τόσο με είχε συνεπάρει η αλλαγή. Το ζωντανό τρελλαμένο από τις μυρωδιές έχωνε τη μούρη του σε ο,τι έβρισκε μπροστά του. Το παρατηρούσα από μακριά ανήμπορη να φωνάξω οποιαδήποτε εντολή.
Με τα πολλά μας έδιωξε ο αγέρας και τα περαστικά σύννεφα που άδειαζαν το φορτίο τους ακριβώς από πάνω μας. “Δηλαδή τώρα εμείς είμαστε ευνοημένοι;” με ρώτησε το ζωντανό με την ουρά βρεγμένη. Βλέμμα μπουγελωμένο.
Γύρισα στο σπίτι και το βρήκα με τα φώτα αναμμένα. Θυμήθηκα τα μαστόρια. Έχουν γεμίσει το σπίτι σαν τερμίτες.Με τις στολές τους είναι σαν στρατός, μιλάνε ακατάληπτα και κοιτάνε δεξιά και αριστερά, στα μάτια ποτέ.
Άνοιξα την πόρτα έτοιμη για την επικείμενη καταστροφή, όταν οι τερμίτες κατοικούν στο σπίτι , όλο και μια καταστροφή θα αντικρύσεις.
Έπεσα μέσα. Κυριολεκτικά. Μια τρύπα έχασκε στο δρύινο πάτωμα και με το πόδι μέσα ήμουν έτοιμη για φάγωμα. “Σαράκι” άκουσα μια φωνή πίσω μου. Πού να γυρίσω. Η τρύπα στενή. Αναγκαστικά έπρεπε να αντέξω τη φωνή να μου μιλάει στην πλάτη. “Καλή άσκηση αυτή για την αυτοπεποίθηση” σκέφτηκα.
Η φωνή είχε γίνει πλέον δραματική. “Μα καλά ήταν ανάγκη τώρα το πάτωμα να είναι δρύινο, δεν υπάρχουν πλέον αυτά τα ξύλα, πρέπει να τα φτιάξουμε από την αρχή… σίγουρη καθυστέρηση…” το κραχ στο Dow Jones ακούγοταν μπροστά σε όλα αυτά, σωστό ανέκδοτο.

Η ερώτηση “τι μπορούμε να κάνουμε” βγήκε από το πόδι μου μάλλον, παρά από το στόμα μου, σχεδόν ψυθιριστά τόλμησε να διακόψει τον μάστορα. Ο οποίος φυσικά κεραυνοβολήθηκε. Γι αυτόν το φθινόπωρο ήρθε με αυτή την ερώτηση. Το είδα στα μάτια του. Το ζωντανό είχε έρθει πια δίπλα μου και μύριζε το παγιδευμένο μου πόδι. Ο μάστορας κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά και μου έδωσε – επιτέλους – ένα χέρι βοηθείας.
Αρτιμελής, καθισμένη πρόχειρα στο σκαλάκι της τραπεζαρίας, με ζεστό καφέ να αχνίζει στη μύτη, η σοφία της καθημερινότητας στο μεγαλείο της, επανέλαβα θαρρετά την ερώτησή μου. “Λοιπόν μάστορα τι μπορούμε να κάνουμε; ”.
Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχε σκεφτεί ποτέ έτσι. Η ανακαίνιση είναι μια διαδικασία που σε φέρνει με μαθηματική ακρίβεια μπροστά στη μαιευτική μέθοδο. Την ξεγεννήσαμε τη λύση με ένα φλυτζάνι εσπρέσο. Καλός μάστορας. Το επιβεβαίωσε και το ζωντανό όταν έφυγε μετά από κάποια ώρα με το χρονοδιάγραμμα συμφωνημένο. Κούνημα ουράς νούμερο 12, “καλός κύριος είσαι να μας ξανάρθεις”.
Τράβηξα απαλά το ζωντανό μέσα στο άδειο προς ανακαίνιση σπίτι. Αυτός θα ξανάρθει του είπα, εσύ όμως δεν θα εισαι εδώ, τα μαζεύουμε και βούρ.

Στο ταξίδι το ζωντανό προτίμησε τη θέση του συνοδηγού. Η Οίτη μας καλούσε σταθερά, ενώ ακόμα ο Παγασητικός έγλυφε τη πλευρά του οδηγού και έκλεβε το βλέμμα. Μπροστά σου! Μου φώναξε η ματιά του σε μια στροφή.
Στις στροφές της Υλίκης, διασχίζοντας το Πτώο μπήκαμε μέσα στο σύννεφο, ήταν ολίγον κόκκινο από το δίσκο, σαν να ειχε κοπεί στο ξύρισμα, ένα πράγμα , άνοιξα τα παράθυρα να μπεί όλο μέσα στο αυτοκίνητο, το ζωντανό ξύπνησε, σήκωσε τα αυτιά όλο το σώμα του φώναζε “που ; πού; ” η μύτη του είχε γίνει σωστό βαρόμετρο.
Η ίδια μύτη έκλεισε ερμητικά στην Κατεχάκη. “Δικιά μου, εδώ που με έφερες βγάλτα πέρα μόνη σου,” βλέμμα 333.
Θύμωσα αλλά το ζωντανό, όπως πάντα, είχε δίκιο. Ευτυχώς, είμαι μονή, έπαιζα στη πίστα του κέντρου, βάλθηκα να κάνω ανάβαση στον Λυκαββητό, και πάλια καλά που μέχρι στιγμής τα avatar είναι πλήρως ελεγχόμενα όντα. Το avatar οδήγησε τέλεια στη κίνηση, ξεπέταξε ένα δύσκολο παρκάρισμα χωρίς ψυχή, χωρίς κόπο κουβάλησε τα μπαγκάζια..
Το κλειδί στην πόρτα όμως το έβαλα εγώ, ας είναι καλά αυτό το σπίτι σκέφθηκα, μόλις άνοιγα την πόρτα, μέχρι και την Οίτη χωράει να μας καλεί…

Tuesday, September 16, 2008

PORTRAIT ????


Ο μυστικός κήπος του Αλλάχ, χμμ … στην πραγματικότητα επρόκειτο για έναν ολόκληρο μυστικό κόσμο. Είναι περίεργη η σχέση που μπορεί να αναπτύξει ο άνθρωπος με τον τόπο. Ακόμα και όταν απομακρυνθεί από αυτόν είναι ικανός να τον κουβαλά μέσα του ανεξαρτήτως συνθηκών. Όπως ο φυλακισμένος ζεί σε τόπο ανοιχτό όσο είναι μέσα στη φυλακή και όταν βγαίνει έξω βλέπει τον κόσμο από ένα παράθυρο με σίδερα, έτσι είναι ο άνθρωπος,


Ακόμα και τώρα, που βρίσκομαι πίσω, μιας που αναγκάστηκα να γυρίσω στον δικό μου, ξυπνώ τα πρωινά και όπως κατεβαίνω τον δρόμο για το γραφείο, έχω την αίσθηση ότι έτσι όπως σηκώνω τα μάτια μου θα δω τα βουνά του Αρχαγγέλου να αχνίζουν στο τοπίο. Η απόλυτη αλήθεια είναι ότι τις καλές ημέρες όταν η ψυχή αλωνίζει ελεύθερα , έτσι όπως σηκώνω τα μάτια μου τα ΒΛΕΠΩ τα βουνά του αρχαγγέλου να αχνίζουν στην Σκουφά, και στην Ιπποκράτους τα έχω δεί καμιά φορά…


Γύρισα πίσω στον δικό μου,αλλά το ταξίδι δεν τελείωσε ακριβώς. Περπάτησα τόσες φορές μέσα στην τάφρο, γύρω από τα τείχη, που το ζωντανό τα κατουρούσε σπιθαμή σπιθαμή επίμονα, και όσο και αν το επαναλάμβανα δεν το χόρταινα. Κάθε φορά τα τείχη, ο ίσκιος τους και οι σκιές , οι φοίνικες που έστεκαν εκεί ανεξαρτήτως χρόνου, με έβλεπαν αλλιώς. Ή μήπως εγώ τα έβλεπα αλλιώς; Το σίγουρο πάντως είναι ότι τώρα που η όψη τους δεν είναι παρά μόνο στη μνήμη, εγκεφαλική και ψηφιακή, τώρα με ακολουθούν οι ιστορίες που μου ψιθύριζαν όσο εγώ περιπλανιόμουν ανάμεσα τους. Λέξεις, σύνδεσμοι, επιθετικοί προσδιορισμοί μου ζητάνε να βάλω μόνο τα σημεία στίξης, και έτσι να γίνουν φράσεις στη σειρά, μονοπάτια αποκάλυψης του μυστικού κόσμου.

Το περιβάλλον του με επηρρέασε βαθιά με προσδιόρισε, εγώ ακόμα μία φιγούρα στο πλήθος των ασεβών, αντιλήφθηκα τη δύναμη της πληροφορίας του βιολογικού υλικού, ξύπνησαν μέσα μου ένστικτα πρωτογενή και τότε αντιλήφθηκα το βλέμμα του ζωντανού, όταν σοβαρό στοχάζονταν τον ορίζοντα με τη μύτη ανοιχτή στις μυρωδιές του παρόντος χωροχρόνου.

Με το βλέμμα αυτό αντικρίζω τον κόσμο, είναι σαν σπαθί αυτό το βλέμμα, καρφώνεται στα αντικείμενα και ταυτόχρονα καρφώνει τα πόδια μου στη γή.

Αυτά σκεφτόμουν λοιπόν, χθές, , στο λοφο του Στρέφη. Η ώρα ήταν πραγματικά περασμένη και η ησυχία της πόλης παραδόξως πώς, σωστό γιαούρτι.

Τις σκέψεις αυτές τις έχωνα σαν κουτάλι μέσα στην πηχτή ησυχία. Ο κόσμος λες και είχε λιώσει από την υγρασία, το σκοτάδι έκρυβε την ασχήμια, εγώ και το ζωντανό για λίγο είμασταν μόνοι στον κόσμο αυτό. Ξαφνικά το ζωντανό σταμάτησε και σήκωσε την ουρά σαν κεραία, ήταν φανερό,ήταν κάποιος εκεί. Έκανα τις δρασκελιές στα γρήγορα, και τότε τα είδα, δυο πανέμορφα σκυλιά, τα λεγόμενα αδέσποτα του Σεπτέμβρη σε νυχτερινή περιπολία. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις χωρίς να ακουστεί κιχ, οι μύτες είχαν πιάσει δουλειά, οι ουρές κεραίες άφηναν χώρο για την ιεροτελεστία, γρήγοραν άρχισαν να κουνιούνται ρυθμικά, είμασταν πλέον μια παρέα.



Τα ζωντανά μπροστά, μύριζαν λαίμαργα το νωτισμένο χώμα, ο δρόμος είχε στεγνώσει από το ψιχάλισμα του απογεύματος, η υγρασία είχε υποχωρήσει αισθητά, μια δροσιά άρχισε να πιάνει και εκείνη τη στιγμή, έτσι ορφανή, μόνη, χαμένη στις σκέψεις που κουτάλιαζαν την ησυχία – γιαούρτι αισθάνθηκα πιο ζωντανή και αδέσποτη από ποτέ.
Στο σπίτι πια, το ζωντανό ξάπλωσε μόνο στην βεράντα, να αφουγκραστεί τα ροχαλητά της γειτονιάς. Ξάπλωσα μεγαλομανώς στο καναπέ, άναψα τσιγάρο και έριξα όλο μου το βλέμμα στο πλαίσιο του παραθύρου. Τα σκάγια πήραν και το ζωντανό, σηκώθηκε μεγαλοπρεπώς, πλατάγιασε τη γλώσσα και σωριάστηκε μπροστά μου, την ώρα που έσβηνα το τσιγάρο. Το βλέμμα του καρφώθηκε μπάμ στην καρδιά : “Πρέπει να κοιμηθούμε, κάνει καλό στα ούλα…”
Υπάκουσα τυφλά, σαν πιστό σκυλί.