Saturday, November 3, 2007

The Hulger


Πετάχτηκα στον κόσμο, όσο ακόμα αυτός ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι. Έχασα το λεωφορείο για δευτερόλεπτα, τόσα μου στοίχισε η 12 κιλη χωρίς ρόδες τσάντα μου και σήκωσα το βαρυφορτωμένο χέρι μου στο ταξί που έφεγγε ολοκίτρινο με τη κίτρινη σημαία του στο σκοτεινό δρόμο. “Για αυτό είναι κίτρινο” σκέφθηκα, όσο ο ταξιτζής έκανε στο πλάι. Το κίτρινο εξολοθρεύει την αφηρημάδα, φωνάζει είμαι εδώ κοίταξέ με, σήκωσε το χέρι σου,φώναξε τον προορισμό σου. Την ώρα που ο ταξιτζής έβαζε τιμωρία τον φταίχτη στο πορτ μπαγκάζ μου απηύθυνε την κλασική ερώτηση “δεν πιστεύω να πηγαίνεις στο αεροδρόμιο;” “Αμπελόκηπους” του κάνω αφήνοντας το μυστήριο να πλανιέται. Απο ποιά ζωή ξεφεύγω μές τη νύχτα με τα μπαγκάζια μου τιμωρία; Ντράπηκε να ρωτήσει αμέσως. Λες και η διευκρίνιση θα έξυνε πληγή. Του πήρε δύο φανάρια.”Αμπελόκηπους που;” Η απάντηση διελυσε και το μυστήριο και εν μέρει το σκοτάδι. “Στο μετρό”. Περιφραστικά δοσμένη η απάντηση στην πρώτη του ερώτηση. “Ναι ρε καθήκι, στο αεροδρόμιο πάω αλλά όχι μαζί σου”. Ο ταξιτζής,αποδείχτηκε κινηματογραφικός ήρωας, έπιασε την περίφραση και άρχισε να μου εξηγεί ότι θα με πήγαινε στο αεροδρόμιο αλλά … είχαμε φτάσει ήδη στο μετρό. 2,70 ακριβώς πρωινός μπουναμάς, αντίτιμο της άρνησης. Αντάλλαγμα για την εισαγωγή “δεν φαντάζομαι…”
Αφέθηκα στην κυλιόμενη να με κατεβάσει στα έγκατα της αθηναικής γής. Μου αρέσουν αυτά τα έγκατα, μου κάνουν κάπως ισόγειο – υπόγειο και τα πίσω παράθυρα να βγάζουν στην αυλή. Ο κόσμος πήγαινε είτε Αιγάλεω είτε αεροδρόμιο, και το τεχνητό φως ξεθώριαζε την ώρα.
Ήμουν ήσυχη λόγω επανάληψης. Πολλοστή φορά από τους Αμπελόκηπους στο αεροδρόμιο. Ο ηλεκτρονικός πίνακας επιβεβαίωσε ότι είχα έρθει διαβασμένη. 06.34 airport.Ήσυχα χάζευα τις φιγούρες να κινούνται στον κόσμο του ξύπνιου. Έβγαιναν από τους συρμούς σαν τους κλέφτες που πετάγονται από τις τράπεζες με τη λεία στο χέρι για να εξαφανιστούν. Η λεία τους εν προκειμένω ήταν ορατή, μερικά χασμουρητά τους πρόδιδαν για τα καλά, μέσα σε συνθήκη βραδύτητας κατευθύνονταν προς την έξοδο, έτοιμοι για την πρώτη επιλογή της ημέρας. Το βλέμμα δεν τους ακολούθησε. Είχε πάρει γραμμή από το μυαλό ότι είναι πολύ νωρίς για φιλοσοφικές σκέψεις σχετικά με τη σύγχρονη ζωή.
Βρέθηκα να κάθομαι στις θέσεις για άτομα χρήζοντα βοηθείας. Η μετοχή είχε εξαφανιστεί υπό την απειλή της μονοτονικής δημοτικής. Μαζί της και τα άτομα χρήζοντα βοηθείας. Όχι τουλάχιστον εμφανούς. Ώρα αιχμής, δηλαδή prime time χάζι.
Αραιώσαμε μετά τη Δουκίσσης Πλακεντίας. Επίτιμη Καθαρεύουσα. Ο συρμός ανέβηκε στην επιφάνεια ένα γαλλάκι φώναζε στον κλέφτη πατέρα του, “papa papa le soleil”, τον τάραξε τον άνθρωπο, μια χαρά είχε κλείσει τα μάτια του… Πως να δει τον μεγαλειώδη δίσκο να βγαίνει ανάμεσα από τα σύννεφα σαν μαριονέτα σε κουκλοθέατρο, από αυτά τα φορητά με την αυλαία πάνω και κάτω από τη σκηνή; Κόκκινος κόκκινος και θεραπευτικός, τον έβλεπα και ευγνωμονούσα την συγκυρία αυτή που ακούει στο όνομα sweet point. Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται. Η δική μου είχε ξεκινήσει με διάθεση αιθρία.


Μου το επιβεβαίωσε ώρες αργότερα λόγω ολυμπιακής καθυστέρησης ο πιλότος. Έπεσα σε πιλότο της κλασσικής σχολής. Ακριβής περιγραφή της εναέριας διαδρομής, πλήρης ανάπτυξη μετεωρολογικού, φωνή ηλικιωμένη. Όσο ηλικιωμένος μπορεί να είναι ένας εν ενεργεία πιλότος ολυμπιακής.Simply the best.

Οπωσδήποτε παράθυρο. Για τη θέα, να πηδήξω δεν το βλέπω.Είπαμε, ευλογημένος θάνατος το αεροπορικό.Μια και έξω.Ούτε Ταμεία Προνοίας, ούτε έξοδα κηδείας. Από την Κέρκυρα ως τις ακτές της αδριατικής όλη μου η προσοχή στον ευλογημένο δίσκο της Ολυμπιακής.Οσο πιο πολύ καθυστερεί τόσο καλύτερα μαγειρεύει.Βέβαια για πρωινό είχα προγραμματίσει το σύστημα και μεσημεριανό κατανάλωσα τελικά. Ευλογημένο όμως. Τελείωσε ακριβώς την ώρα που έπρεπε. Αυστρία. Άλπεις.Κορφές κορφούλες στον ουρανό λούζονται στο φως και λες ότι τώρα θα βγεί ο Τζόν Τραβόλτα ντυμένος άγγελος να σου ζητήσει με χαμόγελο Grease την τελευταία επιθυμία. Χωριουδάκια σπαρμένα σε ξέφωτα, ποτάμια που δείχνουν τον δρόμο. Και χιόνι, πολύ λίγο ελάχιστο χιόνι.

Όλα αυτά και με το ζωντανό ταπετσαρία στο desktop. Πετάω από ευτυχία!!!!! Πετάω από ευτυχία πάνω από την Φρανκφούρτη σημειώνει ο πιλότος με την ηλικιωμένη φωνή. Όσο πλησιάζω στον προορισμό ο αίθριος ουρανός νεφελώνεται. Το MacBook χτυπάει κόκκινα 11%. Το φως πλάγιο πλέον στο παράθυρο μου υπενθυμίζει την συγκυρία. Αν ζω το οφείλω στο sweet point. Το ζωντανό στο desktop μου κλείνει το μάτι. Αυτό το sweet point δεν το ξέρει αλλά το χαίρεται με τρέλλα. End of battery life.