
Θυμάμαι τον κύριο Γρηγόρη, πάνω στο σκαρί του, ένα ιστιοπλοικό μαντζόβολο και ταξιδιάρικο. Μου είχε φανεί τεράστιος, είχε απλά ψηλή κορμοστασιά και μέτωπο του ορίζοντα στο πρόσωπό του. Στο Μπλό που άραζε το σκαρί, η θάλασσα έγλυφε το πεύκο και τον βράχο μαζί και αυτός ο συνδυασμός κρατούσε τον καιρό μακριά από τα νερά.Από ψηλά, το φυσικό αυτό λιμάνι έμοιαζε με ταμπλώ ναυμαχίας. Ας πούμε ότι ο κύριος Γρηγόρης άραζε το σκαρί του στα τετράγωνα από Α3 έως το Α6. Τόσο μεγάλο σκαρί είχε.
Από τότε πέρασαν χρόνια πολλά. Το Μπλο συνέχισε να φιλοξενεί σκαριά σε νερά απάνεμα, ο κύριος Γρηγόρης άφησε το ταξιδιάρικο σκαρί του και ο χρόνος άρχισε να αφήνει τα σημάδια του στο σκαρί του καπετάνιου... Από το σπιτι του ο κύριος Γρηγόρης έβλεπε άπλετα, τί άλλο; τη θάλασσα και τον ανοιχτό ορίζοντα, τον όμοιο με το μέτωπό του...Κάθε φορά που μάθαινα νέα του σκεφτόμουν αν η θάλασσα συντρόφευε το τρικυμισμένο από την αδηφάγα ασθένεια νού του, όπως τον συντρόφευε στα μεγάλα του ταξίδια.
Το σάββατο, ξημέρωσε λαμπερό στην πόλη. Στο λιμάνι, ένα φορτηγό πλοίο καθρέφτιζε την κόκκινη κοιλιά του στο νερό, ενώ ο πύργος έδειχνε την ώρα. Στο βάθος του λιμανιού η χιονισμένη κορφή έκρυβε τον ορίζοντα και ο ήλιος λαμπύριζε την επιφάνεια των πραγμάτων κάνοντας όλα μου τα κύτταρα να πάλλονται από ευτυχία. Η μέρα ήταν απλά μαγική. Το ζωντανό δεν είχε λόγια, λαίμαργα ρίχτηκε στη μέρα, έτρεχε πίσω από μυρωδιές με τα ρουθούνια όλανοιχτα, τρίφτηκε στις καλαμιές , τα έκανε όλα αυτά με τόση ζωντάνια, που η γλώσσα του ήρθε στον ίδιο ρυθμό με την ουρά... Το βράδυ, το κρύο είχε σπάσει και η πόλη στροβίλιζε στην αποκριά.Πετάχτηκα στον δρόμο ντυμένη στα μαύρα, ζορό με το Ζ στην πλάτη, μοναδική λωρίδα ύφασμα.Πηγαινα σε πάρτυ νεόνυμφων. Το κινητό με ειδοποίησε ότι η μπαταρία πεθαίνει. Η εισερχόμενη κλήση έπρεπε να είναι σύντομη.... "Ναι; δεν έχω πολλή μπαταρία;;;"
"Πού είσαι;" "Στον δρόμο" "Με πήρε η Μ. πέθανε ο κος Γρηγόρης. Η φωνή έσπασε αμέσως μετά, περιέργος ήχος το κλάμμα στο κινητό. "Ησύχασε, πες πώς εισαι εδώ, θα πάω εγώ στον αποχαιρετισμό. "
Η μέρα ξημέρωσε κυριακή. Την πόλη έδενε ένα τεράστιο γαιτανάκι σε όλα τα χρώματα, εκεί επάνω εκσφενδόνιζε ο ήλιος τις λαμπερές κάθετες ακτίνες. Το φώς του χειμώνα, καθαρό, διαυγές, παιχνιδιάρικο έβγαζε τα παλτά μας στο πί και φί, ενώ από μπροστά μας περνούσε μια αυτοσχέδια παρέλαση από τις λίγες.Αρλεκίνοι, φυλακισμένοι, μικρά γκρίζα ποντικάκια με κόκκινο φιόγκο στην ουρά, περνούσαν ανάμεσα από τσιγγάνους που στο ένα χέρι κρατούσαν μπαλόνια άλογα, ζέμπρες, ελεφαντάκια, και άλλα ζωάκια που πάλευαν να ελευθερωθούν από αυτό το χέρι ενώ οι τσιγγάνοι πάλευαν να κρατηθούν στο έδαφος, μπάς και πουλήσουν κανένα μπαλονάκι... Ο Φελίνι απουσίαζε, αλλά το πλήθος δεν είχε ανάγκη από σκηνοθέτη ροής, το φώς σκηνοθετούσε τα πάντα. Ξαφνικά άρχισαν να έρχονται σύννεφα, όχι σκοτεινά και βαριά, αλλά ανάλαφρα συννεφάκια, μερικά από αυτά είχαν σχήμα όμοιο με τους αιχμάλωτους των τσιγγάνων. Κοίταξα το σύννεφα αλλιώς αυτή την φορά, είχα την αίσθηση ότι ένα από αυτά διάλεξε η ψυχή του κυρίου Γρηγόρη για το μεγάλο της ταξίδι. Και ηρέμησα στην σκέψη ότι ο κος Γρηγόρης στη ζωή του είχε φάει τα ταξίδια με το κουτάλι, και ότι τώρα θα έκανε αυτό που ήξερε πολύ καλά...
Τον αποχαιρέτησα φιλώντας τον στο μέτωπο του ορίζοντα, δυο φορές, μία για μένα και μία για την πιο γλυκιά φωνή του κόσμου. Βγήκα έξω από την εκκλησία βιαστικά. Μπροστά μου η θάλασσα λαμπύριζε ακόμα, η μέρα έχει μεγαλώσει, το πλήθος είχε αρχίσει να μαζεύεται ξανά και το γαιτανάκι ήταν εκεί... Ναι, ήξερε καλά ο κος Γρηγόρης, είχε διαλέξει την πιο λαμπερή, την πιο ανάλαφρη μέρα για να ξεκινήσει το ταξίδι του. Ένιωσα σαν να τον αποχαιρετά ο κόσμος όλος...