
Τα λόγια του ζωντανού δεν έλεγαν να φύγουν από το μυαλό μου.
Έπρεπε οπωσδήποτε να εξιλεωθώ. Να περιποιηθώ το κάρμα μου. Πήρα βαθιά ανάσα και ξεκίνησα να ανεβαίνω την ανηφόρα. Η ώρα με πήγαινε σταθερά προς τη δύση. Το ραντεβού με τον συνοδοιπόρο μου ήταν έξω από το παλιό ρημαγμένο καφενείο.Στη δυτική πλευρά του λόφου. Μέχρι να την φτάσω είδα και έπαθα. Το ζωντανό άφαντο απολάμβανε το στοιχείο του.Προσπέρασα ολιγοντί αγενώς μια γαλλόφωνη οικογένεια και βήμα βήμα βρέθηκα μπροστά σε ένα από τα ωραιότερα μπαλκόνια του Λυκαβηττού. Η ανάσα μου επισκίαζε κάθε άλλο ήχο σε απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων. Αισθάνθηκα μεγάλη τενόρος.
Έχουμε τύχη βουνό, μου εξήγησε ο συνοδοιπόρος, όταν σταμάτησα την άρια..“Μην κάθεσαι σε αυτό το μπαλκόνι, έλα δίπλα ξεκινά ξενάγηση από τις λίγες…” Καθήσαμε ήσυχα στο διπλανό παγκάκι και προσποιηθήκαμε τους άσχετους.Στο μπαλκόνι μπροστά μας ξεδιπλωνόταν η πόλη από τη μεριά προς τη θάλασσα, ευθεία μπροστά μας ο Πατέρας, το όρος και φυσικά ακόμα πιο μπροστά μας ο βράχος, ο ένας και μοναδικός.Πάνω στο μπαλκόνι μια οικογένεια αμερικάνων άκουγε με αμερικάνικη ευλάβεια έναν κύριο ντυμένο με κοστούμι που κρατούσε στα χέρια του ένα παλιό, πολύ παλιό οδηγό της Ακρόπολης. Ο κύριος τα έλεγε πολύ σωστά αλλά οι Αμερικάνοι δυσκολεύονταν να τον πιστέψουν.Προσπαθούσε να τους εξηγήσει το παιχνίδι με τις κολώνες στον Παρθενώνα. Οτι δηλαδή το κοίλο σχήμα τους δεν σχηματίζει ούτε μια ευθεία γραμμή και ότι αυτή είναι η βασική ιδέα της ιδιοφυούς κατασκευής.
Σιγανά στο αυτί ο συνοδοιπόρος μου έλεγε την ιστορία: ο κοστουμάτος είναι ταξιτζής και φέρνει σε αυτό το μπαλκόνι οικογένειες αμερικάνων για μια από τις πιο αυθεντικές αφηγήσεις για την ιστορία της Ακρόπολης. Τότε διαπίστωσα ότι αυτό το σημείο είναι μια αυτοσχέδια πιάτσα ταξί. Την ώρα που ήμασταν εμείς είχε 4 αυτοκίνητα.Όση ώρα ο τύπος μιλούσε στους τουρίστες για τον Παρθενώνα δύο ταξιτζήδες στοιχημάτιζαν την γνωστή γιαγιά από την Παρθενώνος. “΄10 ευρώ κούρσα ρε μαλάκα”.
Τα αυτιά μου είχαν χορτάσει επεξηγήσεις, τα μάτια μου ζητούσαν ορίζοντα.Τότε άρχισα να βλέπω. Τους ηλιακούς θερμοσίφωνες να αντανακλούν στο νοτιά, τη θάλασσα να φωτίζεται από τον ήλιο που έγερνε ολοένα και περισσότερο επάνω της, το Αγκίστρι να χάνεται σε ένα σύννεφο, τον Εθνικό Κήπο να στέκεται εκεί σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, σωστή οπτασία. Άφησα το μυαλό μου ελεύθερο να κάνει ο,τι συνειρμούς ήθελε στη θέα των μεγάλων κτιρίων.Στο Καλλιμάρμαρο “έγινα λούης” στο ζάππειο “θεατής σε επίδειξη μόδας”. Παίξαμε αυτό το παιχνίδι για ώρα μέχρι που οι ηλιακοί άρχισαν να σβήνουν ένας ένας .
Ο συνοδοιπόρος μου είναι μεγάλη μάρκα, με πήγε από μονοπάτια κρυφά και με ανέβασε στα ψηλά. Αυτή την φορά δεν πήγαμε στο φαράγγι, δεν είχαμε όρεξη.Το ζωντανό δεν έμεινε άπρακτο, βρήκε και αυτό τον συνοδοιπόρο του,γίναμε μια τετράδα που ανεβοκατέβαινε τα μονοπάτια συντονισμένα. Μπροστά στη καντίνα βρεθήκαμε αντιμέτωποι με το τετράποδο καταληψία. Αυτός δεν σήκωνε πολλά πολλά, με το που είδε το ζωντανό του έβαλε μια φωνή “μην τολμήσεις να πατήσεις εδώ, είναι δικό μου το μέρος” και μας έπεισε όλους τετράποδους και μη. Στο παγκάκι με θέα τη πόλη, καφέ τούρκικο διπλό.Το πρώτο τσιγάρο της ημέρας και μάθημα γεωγραφιας αφ υψηλού. Ανανγνώριση οδών και λεωφόρων από τα ψηλά κτίρια. Ενα τεράστιο ΝΥΦΗ φωνάζει ότι εκεί είναι η Λεωφόρος Αλεξάνδρας.Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ χαρτογραφεί τη Λεωφόρο Συγγρού.Ο δίσκος κρύφτηκε πίσω από ένα σύννεφο υγρασίας. Άρχισε να μαζεύεται κόσμος, λαός, ράτσες, τα κατοικημένα από βελόνες αυτιά μου ανταποκρίνονταν σε χίλια δυό ακούσματα.
Λίγη ώρα μετά χωρίσαμε με τον συνοδοιπόρο μου σε ένα σταυροδρόμι μονοπατιών χαμηλά στο λόφο. Πέρασα μόνη μου ένα αυτοσχέδιο γεφυράκι και φώναξα το ζωντανό να έχει το νού του, βγαίνουμε στον πολιτισμό, πληθαίνουν οι παγίδες. Ήρθε με το πάσο του κατευθείαν στο λουρί του. Βλέμμα νουμερο 385. Σπάνιο και υπέροχο. “Δέσε με να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο,χόρτασα για σήμερα.”.
Χορτασμένοι και οι δύο κατεβήκαμε τα σκαλιά της Χερσώνος με μια άγρια χαρά. Στα καφέ early drinks και βουητό. Μου βγαίνει διάθεση λατίνα αλλά θα πρέπει να την πνίξω χωρίς δεύτερη σκέψη. Τώρα μόνο εργάτρια μέλισσα. Χώνομαι στην είσοδο του γραφείου εφορμώντας κυριολεκτικά στον όγκο εργασίας. Η ταν ή επι τας λέω στο ζωντανό.”Μες στο στομάχι μου είσαι δικιά μου, με την πείνα που έχω σε τρώω κιόλας!” Βλέμμα νούμερο 698.
3 comments:
γιατί σβήνεις τα σχόλια; από τι προστατεύεσαι;
από ιούς και από ανώνυμους....
Post a Comment