Monday, April 2, 2007

ΕΛΕΥΣΙΝΑ drive


H μαύρη μηχανή άστραφτε στο πεζοδρόμιο, η βιτρίνα του γωνιακού αναψυκτηρίου
αδύνατον να της αντισταθεί, την καθρέφτιζε σε όλο της το μεγαλείο. "Κλείνεις τη ράμπα για τα αναπηρικά με τη μηχανή σου" σου είπα αυστηρά."Έχεις δει πολλούς ανάπηρους τριγύρω στη γειτονιά;" με ρώτησες και κατάλαβα ότι σε πείραξε η ερώτησή μου. Το συνέχισα όμως, είμαστε φίλοι εμείς δεν παρεξηγούμαστε "πως να κυκλοφορήσουν οι άνθρωποι όταν έχουν πιάσει τον χώρο τέτοια γαιδούρια;" σου είπα δείχνοντας τη μηχανή σου. Γέλασες και ξεκινήσαμε. Θα πηγαίναμε λέει σε ένα κουτούκι κάπου προς την Ελευσίνα, το είχες μάθει από παλιά σε μια από τις φοβερές περιηγήσεις σου στην πόλη με τον Αλέξανδρο βεβαίως. Μόλις είχαμε τελειώσει από τη δουλειά και κουβαλούσα τη γνωστή τσάντα με laptop και φακέλλους, "μπάταρα " από την δεξιά πλευρά και το κεφάλι βαρύ από τις γνωστές υποθέσεις.
Όταν φτάσαμε, ένας στενός δρόμος, στενά πεζοδρόμια, παλιά σπίτια πλινθόχτιστα με ψηλούς εξωτερικούς τοίχους και τις παλιές ξύλινες πόρτες, δίφυλλες, ψηλές, χρωματιστές, ο δρόμος όλος ένα χρωματολόγιο, χτύπησες την πράσινη ανοιχτή, από έξω έγραφε κάτι σαν sistyro, κόκκινα γράμματα ασύμετρα πάνω στην ασβεστωμένη πέτρα που ξεχώριζε. Η πόρτα άνοιξε, βρεθήκαμε σε μια μικρή αυλή, ανεβήκαμε μια ξύλινη σκάλα διασχίσαμε ένα μπαλκόνι, στα καφέ αυτά βαμμένα και τελικά μπήκαμε σε μια σάλα γεμάτη καπνούς και κόσμο.
Οι φάτσες από μόνες τους ήταν μια πινακοθήκη σαν αυτή της ΔΟΜΗ, προσπαθούσα να κοιτάζω διακριτικά, δεν ξέρω αν τα κατάφερνα, το ποτό, ένα ουίσκυ, έτρεχε από ένα ξύλινο βαρέλι σε μικρά ποτήρια του κρασιού, το νερώναμε για να κρατήσει, όχι ότι τα καταφέρναμε δηλαδή δεν λέγαμε πολλά στο τραπέζι, δεν είμασταν μόνοι μας,διάφορα άτομα πηγαινοέρχονταν και εμείς απλά κοιτούσαμε τριγύρω, κάποια στιγμή σηκώθηκα από τη θέση μου και διέσχισα τη σάλα, βρήκα στο τέλος της έναν άλλο χώρο μια βαριά κουρτίνα την διαχώριζε από τον χώρο που βρισκόμασταν, τράβηξα διστακτικά την κουρτίνα, έπρεπε να μπω,είχα αφήσει την τσάντα μου εκεί, την βρήκα πάνω στο κρεββάτι, μια καριόλα γεμάτη πράγματα, είχε και ένα σελτέ χωρίς σεντόνι ή προστατευτικό η κουρτίνα δεν απομόνωνε τον ήχο, άκουσα την φωνή του αλέξανδρου, βαριά μπήκε στον χώρο, σκέφτηκα, "λείπει ο Μάρτης από την σαρακοστή" έψαξα νευρικά τα τσιγάρα μου και έβαζα τα πόδια μου όλο και πιο βαθιά στον χωρο κάτω από το κρεββάτι.
Η φωνή διαπέρασε την ραχοκοκαλιά μου, μπάσα, ερχόταν από τα θεμέλια του σπιτιού, έδινε στην κάθε λέξη αυθυπαρξία "θα έρθει και η σειρά μου να σε πλακώσω, με τόνους χαρτιού κερατά "κοίταξα αμέσως κάτω από το κρεββάτι "είναι πόδια ανθρώπου αυτά; " σκέφτηκα μεγαλόφωνα στη θέα δύο αυτοσχέδιων παπουτσιών φτιαγμένων από υπολείμματα παλιότερων ζευγαριών "τι λες να είναι τσόκαρα; " ήρθε αμέσως η απάντηση.Έφυγα τρέχοντας, άφησα και την τσάντα μου ανοιχτή, το είχα έννοια αλλά μετά έσκασε μύτη ο Βασίλης, ήταν ο πιο φωτεινός άνθρωπος μέσα στο δωμάτιο, ξεχάστηκα, αρχίσαμε να λέμε και μερικές κουβέντες όλοι μαζί, ήρθε και ο μαγαζάτορας, δεν θυμάμαι την φάτσα του αλλά ήταν ένας δυνατός άντρας με βαθιές ρυτίδες και πολύ δυνατά χέρια, φορούσε την ποδιά του ξυλουργού και στις τσέπες διακρίνονταν κάποια εργαλεία ο Αλέξανδρος μιλούσε μαζί του με ευχέρεια, χωρίς να κομπιάζει, πλήρως ενσωματωμένος στο περιβάλλον, δίπλα στο τραπέζι βρίσκοταν πια το βαρελάκι με το ουίσκυ και μια μεγάλη καράφα νερό. Ο μαγαζάτορας σου είπε, δεν θα οδηγήσεις την μηχανή θα ρθείτε σπίτι μου να κοιμηθείτε θα σας πάμε με το φορτηγό που μεταφέρουμε το χαρτί.
Όταν μπήκα στο δωμάτιο για να πάρω την τσάντα μου τα ανθρώπινα πόδια έλειπαν, δεν καθυστέρησα λεπτό, άρπαξα τα πράγματά μου και ξεχύθηκα στην σκάλα... τότε είδα που βρισκόμουν το τοπίο ήταν σαν καμβάς του Bob Ross, πίσω μου διακρίνοταν τον βουνό, ψηλό, επιβλητικό καρφώνονταν στο τοπίο σαν μετεωρίτης που έχει πέσει από το πουθενά,μια φλίδα βράχου με άπειρα εξογκώματα και πιο εκεί πρέπει να υπήρχε ένα φαράγγι που χώριζε την προέκτασή του βουνού στα δυο και επέτρεπε στον ανατέλλοντα δίσκο να φαίνεται από την αρχή σχεδόν της διαδρομής του, δεν ήμουν ζαλισμένη αλλά για κάποιο λόγο ήμουν αναστατωμένη.
Βγήκα στο δρόμο και σας ειδα να ανεβαίνετε στην καρότσα ενός παλιού φορτηγού mercedes, κάποιοι εργάτες φορτώναν ταμπλάδες χοντρού χαρτιού μου φώναξες να καθήσω μπροστά μαζί με το μαγαζάτορα, προχώρησα προς το φορτηγό και είδα στην θέση του οδηγού μια άγνωστη φάτσα, ανέβηκα σβέλτα και τότε κατάλαβα ο οδηγός ήταν τα πόδια κάτω από την καριόλα. Μαζεύτηκα, έστρωσα τα ρούχα μου προσπάθησα να βρίσκομαι εκεί χωρίς να υπάρχω και τότε έφτασε στο αυτί μου η φωνή σου "ούτε εκείνος σε έχει δει" γύρισα και σε είδα από το πλαστικό διαχωριστικό του φορτηγού μου χαμογέλασες, έριξα και εγώ ένα χαμόγελο αλλά πιο διστακτικό από το δικό σου, σε δευτερόλεπτα σκέφθηκα ότι ήξερες ενώ δεν σου είχα πει γιατί γύρισα τρομαγμένη από το βελούδινο παραπέτασμα.
Με ξύπνησε το κουδούνι, κάνει και σαν συναγερμό το άτιμο. Σας άφησα εκεί πάνω στην καρότσα...
ήταν ο ταχυδρόμος, συστημένο, μάλιστα άνοιξα την πόρτα και τότε είδα τη μισάνοιχτη τσάντα, όπως την είχα αφήσει έχασκε στο ιδιο σημείο άθικτη. "Πάντα λέω ότι θα δουλέψω στο σπίτι και δεν τα καταφέρνω ποτέ " έλεγα στον εαυτό μου ενώ το υποσυνειδητό μου μου έστειλε την τελευταία εικόνα του φορτηγού να κυλάει στον στενό δρόμο... έτσι τα θυμήθηκα όλα ενώ υπέγραφα την παραλαβή. Είδες πάντα έλεγα ότι μπορώ να κάνω δύο πράγματα ταυτόχρονα.

No comments: