Ξύπνησα νωρίς,η ησυχία της
άδειας πόλης έκανε έναν
εκωφαντικό θόρυβο στο
υπνοδωμάτιο
σαν εκείνα τα παλιά
ξυπνητήρια με τα μεγάλα κουδούνια. Η πρωινή βόλτα στον λόφο του Στρέφη έγινε εν πλήρη άγνοια, μετά, στον καφέ τον μεσημεριανό, πάντα στην παραλία της Γριβαίων, θα μάθαινα την φοβερή ιστορία του.
Στην κατοχή, λέει, στον λόφο σηκωνόταν ένα τεράστιο χωνί με πρωτοβουλία της ΕΠΟΝ Νεαπόλεως.'Ετσι μάθαινε η γειτονιά τα νέα από τo μέτωπo. Για την επιχείρηση απαιτούνταν τουλάχιστον 2, ένας που κρατούσε το χωνί και φώναζε δυνατά μέσα στη χοάνη, αυτά που του έλεγε στο αυτί ο άλλος που κρατούσε το χαρτί με το κείμενο. Κοιτούσα τον άνδρα που μου έλεγε την ιστορία,ήταν ο άλλος που κρατούσε το κείμενο. "Και οι περίπολοι;"
Μου εξήγησε ότι ο λόφος του Στρέφη ήταν από τότε παρατημένος στην μοίρα του. Όλη η προσοχή των γερμανών ήταν στραμμένη στον Λυκαβηττό, να οι περίπολοι εκεί και φρουρά και κανόνια και από όλα. Στον λόφο του Στρέφη, ψυχή δεν ανέβαινε. Το καλύτερο μέρος, ο παρατημένος λόφος,"ακουγόταν το χωνί καμπάνα" μου κάνει ο συνομιλητής και ρούφηξε λίγο ηχηρά το εναπομείναντα freddo του.Προς στιγμήν με έπιασε μια μελαγχολία, η παραλία της Γριβαίων είχε λίγο κόσμο, ο ήλιος έστελνε σοβαρά δείγματα των διαθέσεών του για τις επόμενες μέρες, οι διπλανοί άκουγαν την κουβέντα μας και μας έριχναν πλάγιες ματιές, ο συνομιλητής μου σταμάτησε να μιλά, πήρε το μπαστούνι του και αποχώρησε αργά από την σκηνή.
Αργότερα ήρθε τούμπα η διάθεση, στο σπίτι, ο σκύλος με κοιτούσε περίεργα, το είδα στο βλέμμα του, όταν έλεγα την ιστορία στο τηλέφωνο, προσπαθούσε να καταλάβει γιατί δεν έχει κατουρήσει πότε κανένα χωνί στον λόφο, τόσα σκουπίδια αυτός ο βράχος, ούτε ένα τόσο δα χωνάκι, ούτε καν παγωτό χωνάκι δεν έχει ανακαλύψει αυτό το λαγωνικό εκεί πάνω.Πρέπει όμως να του έμεινε και μια άλλη απορία γιατί την επόμενη ημέρα ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο του λόφου και εκεί ανάμεσα στους μουντζουρωμένους με έρωτα βράχους, στις σύριγγες και στις ξεψαχνισμένες γυναικείες τσάντες, έκεί έκατσε το τετράποδο και ρέμβαζε.Ποιός ξέρει τι του υπαγόρευσε η νοημοσύνη του, πάντως από εκεί κατέβηκε πολύ σοβαρός και συνοφρυωμένος. Τον ξέρω αρκετά καλά αυτον τον σκύλο, σαν να είχε επικοινωνήσει με το είδος του εκεί επάνω, έχουν δικό τους χωνί τα σκυλιά, και κατέβηκε από εκεί σίγουρος και περήφανος για την καταγωγή του. Για το τι είναι σκύλος δηλαδή. Ζήλεψα πάρα πολύ. Εγώ περήφανη; Μόνο στα αυτιά.
Μου το επεσήμανε και η φωνή στο τηλέφωνο το βράδυ, αλλοιωμένη από το παράπονο που δεν θα ακολουθούσα τη γενναία έξοδο και το πατροπαράδοτο σούβλισμα.""Σου το είχα πει ότι σε περιμένουμε, τόσο περήφανα αυτιά έχεις;"Προσπάθησα να της εξηγήσω. Το Πάσχα δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για μένα από τότε που μου απαγορεύτηκε το τραγούδι του Λαζάρου.Κάλαντα για κορίτσια στα χρόνια μου. Τα έλεγα από τα 5 μου με μεγάλη επιτυχία.
Μόλις είχα μπει στο γυμνάσιο. Η μητέρα μου γνωστή για την εξαιρετικη της ευαισθησία μου κοινοποίησε το δεδομένο: Ε! ¨οχι και κοτζάμ γαιδούρα "Ήρθε ο λάζαρος ήρθαν τα Βάγια!Άκου εκεί ρεζιλίκι!Μα τι θα πει ο κόσμος!"
Αυτό ήταν, τέλος το τραγούδι τέλος και η χαρά της λαμπρής. Η αλήθεια είναι ότι το είχα καταλάβει από μόνη μου στην έκτη δημοτικού ότι είχα φάει τα ψωμιά μου. Είχα μεγαλώσει για αυτή την δουλειά.
Αχ ήρθε ο λάζαρος ήρθαν τα βάγια! Με τα μαλλιά μου κοτσίδες στεφανάκι παρακαλώ, καλτσούλα άσπρη, πλεγμένη στο βελονάκι που έστεκε ψηλά λίγο κάτω από το γόνατο γιατί ένα τριανταφυλλάκι σούρωνε γύρω από την γάμπα και την κρατούσε εκεί, έτσι ήταν το σχέδιο δηλαδή, αλλά στην δική μου περίπτωση δεν βοηθούσε η γάμπα και υπήρχε μια σχετική παραλλαγή, φουστίτσα με βολάν, η περσινή μου πάντα και μπλούζα σφηκοφωλιά, και στο χέρι ένα καλάθι, μο-σχο-μυ-ρι-στό με όλα τα λουλούδια της αυλής πλεγμένα.Σαν τρέηλερ πρωτομαγιάς ένα πράγμα.Μια κούπα γάλα (με το ζόρι) και έξω από την πόρτα! Μεγαλείο! Το όνειρό μου είχε γίνει πραγματικότητα. Ήμουν τραγουδίστρια παραδοσιακής μουσικής!
Αυτά σκεφτόμουν το πρωί της Μ.Παρασκευής, την ώρα που έψαχνα μανιωδώς το τελευταίο κομμάτι για την μπορντούρα του πάζλ. Το ραδιόφωνο έπαιζε το γνωστό ρυθμό "10 χιλιόμετρα η ουρά στον Μαλλιακό," " ε ρε γλέντια", φαντασιώνομαι οικογένειες με μικρά παιδιά και σεντάν με χίλιες δυο θήκες για όλα αυτά τα πράγματα που χρειάζονται ξαφνικά οι σύγχρονοι μικροί άνθρωποι. Αισθάνομαι σπουδαία που δεν ζω αυτή την πλευρά της καλωδίωσης, το παζλ κομμάτι- κομμάτι μου εξουθενώνει την υπομονή και εκεί που μου στερεύει και απελπίζομαι, τσακ το βρίσκω το κομμάτι το σωστό και ξαναγεμίζει η στέρνα. Θαύμα, θαύμα!!!!
Παρατάω τον μικρό μου κόσμο για μια βόλτα στα πέριξ. Ισα που προλαβαίνω την κλασική βροχή της ημέρας.Τα σύννεφα μαζεύονται από τον Λυκαβητό. Μια φωνή ουρλιάζει "Μας έχουν ξεχάσει εμάς εδω! είμαστε στον δρόμο τόσες ώρες, χρειαζόμαστε νερό και σε λίγο θα μείνουμε από βενζίνη, έχουμε μικρά παιδιά, μα επιτέλους πρέπει να πάμε στον Τριανταφυλλόπουλο για να βρούμε το δίκιο μας;"
Το τετράποδο σηκώνεται από τον σαματά. με κοιτάει στα μάτια, βλέμμα νούμερο 227. Στο ραδιόφωνο η φωνή ουρλιάζει ακόμα, το τετράποδο περιμένει υπομονετικά να κάνω μετάφραση.Κοιτιόμαστε σταθερά.
Δεν αργώ πολύ
"Αν φύγεις και με αφήσεις εδώ, κλείσε αυτό τον μαλάκα σε παρακαλώ, με αναστατώνει." Ακουμπάει το κεφάλι στο πάτωμα στωικά.
Του κάνω την χάρη και τρέχω να προλάβω την βροχή.
*john lennon
No comments:
Post a Comment