
Τώρα που αισθάνομαι άπατρις, ορφανή απο τόπο,θυμάμαι ξανά και ξανά αυτή τη φράση, κάποιος τη χάραξε σε ένα μαυρισμένο τοίχο κάπου στα εξάρχεια, και έγινε γκραφίτι χαραγμένο μέσα μου, από την επανάληψη της όρασης, στις τόσες διαδρομές πάνω κάτω,τόσα χρόνια στην περιοχή.Τις τελευταίες ημέρες όμως το ζωντανό με κοιτάει στα μάτια, ξανά και ξανά και όσο με κοιτάζει τόσο δυσκολεύομαι από μια ντροπή για αυτό τον τόπο που βυθίζεται και για τους ανθρώπους του που πνίγονται στα χρέη και στην ηθικολογία τους.
Σε ποιό βιβλίο ιστορίας να χωρέσει αυτή η ορφάνια; Ο ιστορικός του μέλλοντος πώς θα εξηγήσει στις επερχόμενες γενιές ότι στην Ελλάδα, το 2009 μ.Χ. υπήρξε μια γενιά που δεν έζησε όχι από πόλεμο (όπως η γενιά του πατέρα), ούτε από διχόνοια (όπως η γενιά της μητέρας) αλλά από χρεωκοπημένη αφθονία; Ολα δανεικά,αδειανά, ψεύτικα.
Η μουσούδα του ζωντανού με επαναφέρει στο τώρα, “έλα πρέπει να φύγουμε, δες το φεγγάρι” βλέμμα νούμερο 837, σεληνιασμένο. Σεληνιασμένη κι εγώ και σε μια άλλη διαδρομή κατηφορίζουμε το μονοπάτι από το μνημείο του Φιλοπάππου προς τη Στρατηγού Γαριβάλδη. Άραγε πόσοι κάτοικοι αυτής της πόλης γνωρίζουν τι συμβολίζει το μνημείο του Φιλοπάπου; Ο κύριος πάντως, που έχει κατασκηνώσει στο πάνω μαχαλά του λόφου, ανατολικά του μνημείου την ήξερε την ιστορία.
Τον 2ο μ.Χ ο Γάιος Ιούλιος Αντίοχος Φιλόπαππος ήρθε στην Αθήνα,εξόριστος πρίγκηψ και εγγονός του Αντίοχου Δ' (βασιλέως) από την Κομαγγηνή (Βόρεια Συρία) και φυσικά έμεινε ο άνθρωπος για όλη του την ζωή. Με τέτοιο κλίμα ευδοκιμούν τα ωραία πάρτυ…και ο Γάιος ήτο πλούσιος και προφανώς οργάνωνε τα καλύτερα!Ευεργέτης της πόλης δίχως ούτε ένα έργο, μόνο μέσω αξιωμάτων θρηκσκευτικών και δημοσίων, ήτοι δημοφιλής κοσμικός γρήγορα κατάφερε να γίνει Αθηναίος πολίτης του Δήμου Βύσσης. (βυσαιώτης ο πρίγκηψ...)
Όταν πέθανε, οι Αθηναίοι στεναχωρήθηκαν πολύ γιατί είχαν χάσει τρελλά τραπεζώματα και για να τον τιμήσουν έκαναν το χατήρι του πατέρα του που ήρθε να τον θάψει και ζήτησε τον αντίστοιχο τόπο ταφής: "πρώτο τραπέζι πίστα"ακριβώς απέναντι από την Ακρόπολη. Εκεί σηκώθηκε το μνημείο και έβαλαν και την σαρκοφάγο του μέσα. Αλλά ο Γάιος εξόν των πάρτυ, ουδέν άλλον έπραξε για το καλό της πόλης. Ενα πεζοδρόμιο,ένα δίκαιο σύστημα στάθμευσης των ίππων, ένα σύστημα αποκομιδής των κοπράνων των ζώων...
“Ρε αυτή η παρακμή, ωραία μνημεία για κατούρημα” βλέμμα νούμερο 749, το ζωντανό κατέβασε το πίσω πόδι με σκέρτσο και βάλθηκε να κατεβαίνει με μπεζ σάλτα το μονοπάτι. Ήξερε τον λόφο απο παλιά και αυτό τον Φιλόπαππο και την σαρκοφάγο του την είχε κατουρήσει απρόσκοπτα και επανειλημμένα.
Εύχομαι, οι επερχόμενες γενιές να μάθουν ιστορία από τα σκυλιά και όχι από τους ανθρωπους. Όπως φαίνεται, οι άνθρωποι δεν εννοούν ούτε γλώσσα, ούτε καρδιά, ούτε αλήθεια.
* photo by Nicola Zambelli
1 comment:
σκέψεις, λέξεις κ αναμνήσεις....
σαν να ήσουν στο μυαλό μου
Post a Comment